Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ



Μπηκε στο γραφειο του.
Σοβαρη, αυστηρη, αλλα χαμογελαστη όπως παντα. Με την ιδια ζεστη στα ματια. Τα τακουνια της χτυπουσαν το πατωμα ρυθμικα. Το σακακι του ταγιερ κουμπωμενο σφιχτα. Τα χαρτια στα χερια της. Τα μαλλια της πιασμενα στην ιδια αλογοουρα. Δεκαεννεα χρονια είναι πολλα. Δεκαεννεα χρονια δουλευει μαζί του. Μια ζωη ολοκληρη. Τον διαβαζε σαν ανοιχτο βιβλιο πια, ηξερε ποτε ηταν καλά, ποτε δεν ηταν, ποτε ειχε νευρα γιατι δεν πηγαινε η δουλεια, ποτε φωναζε απλως για να φωναξει, ποτε απατουσε τη γυναικα του, ηξερε τα παντα. Πριν αυτος μιλησει… Δυο χρονια πριν, τετοια εποχη, χωρισε. Αυτή συνεννοηθηκε με τους δικηγορους. Αυτη ελαβε τα χαρτια που εστειλε η γυναικα του. Αυτή κανονισε το ραντεβου για τις υπογραφες. Αυτή εκλεινε τα εισητηρια για τα ταξιδια με την ερωμενη του, δηθεν για δουλεια, ετσι ελεγε στη γυναικα του…
Δεν της ειχε μιλησει ποτε. Για θεματα εκτος δουλειας δηλαδη… Της ελεγε παντα μονο οσα ηθελε να πει, χωρις να ανοιγεται και να αφηνει περιθωρια. Τοτε με το διαζυγιο ειχε διαλυθει. Όχι για τη γυναικα του, για την διατροφη, για τις διαδικασιες, για το τρεξιμο και το χασιμο χρονου. Δεκαεννεα χρονια δεν της μιλησε ποτε. Κι εκεινη αναρωτιοταν αν την καταλαβαινε όπως καταλαβαινε εκεινη αυτόν όταν ειχε κατι. Αν ενδιαφεροταν κι αυτος όπως ενδιαφεροταν εκεινη. Αν του ελεγε να πανε για ένα καφε ή ποτο, αν ηθελε να μιλησει… Περυσι πεθανε η αδελφη της. Καρκινος. Κληρονομικο. Κι η μανα τους από καρκινο πεθανε. Εκεινος; Καταλαβε κατι τοτε; Την ειδε; Δεν την ειδε ή δεν τον ενοιαζε; Δεκαεννεα χρονια, κάθε μέρα, δωδεκα ωρες. Δεν μπορει να μην την ξερει κι αυτος. Δεν μπορει να μην τον νοιαζει.
Δεν ειχε κανενα παραπονο. Είναι καλο αφεντικο. Δινει μπονους. Δινει αδεια όταν θελεις. Είναι ευγενικος όταν δεν εχει νευρα. Είναι σωστος ανθρωπος. Κι είναι καλη δουλεια. Όχι, κανενα παραπονο δεν εχει. Αναρωτιεται μονο, αν είναι η μονη που εχει δεθει. Αποστασεις ναι, καλο είναι να τις κραταμε, ποσο όμως;

Μπηκε στο γραφειο του.
Αυτος μιλουσε στο τηλεφωνο. Της εκανε νοημα ν`αφησει τα χαρτια. Εκεινη τα αφησε και περιμενε. Αυτος την κοιταζει. Βαζει το χερι του στο ακουστικο.
«Είναι κατι άλλο;»
«Αυριο στη μια εχετε το ραντεβου από το Χονγκ Κονγκ…»
«Ναι…»
«Μην τα αμελησετε!»
Της γνεφει καταφατικα και της κανει νοημα να φυγει.
«Ελα, ναι…» ξαναγυριζει στο τηλεφωνο.

Δεν είναι στα καλά του αυτόν τον καιρο, τον βλεπει παλι. Δεν ξερει γιατι. Σε λιγο σχολαει. Θα μαζεψει τα πραγματα της, θα γυρισει σπιτι κι άλλη μια μέρα θα εχει περασει. Στο σπιτι δεν την περιμενει κανεις. Αναρωτιεται μηπως εχει κανει εκεινη καπου το λαθος. Όχι, δεν βλεπει τιποτα λαθος. Ισως αυτή η αποσταση που την εδεσε μαζί του, να είναι που κρατησε τοσα χρονια ολους τους αλλους μακρια. Δεν ξερει. Κανεις δεν ξερει.
Η ωρα περναει. Εχει μαζεψει τα πραγματα της, είναι ετοιμη να φυγει. Εκεινος είναι ακομη μεσα. Κλειδωμενος. Να μην τον ενοχλησει κανεις. Αυτή ηταν η τελευταια εντολη. Χτυπαει την πορτα του και ανοιγει. Αυτος, σκυφτος στο γραφειο, με τα χερια στο κεφαλι. Την κοιταζει.
«Με θελετε κατι άλλο ή μπορω να φυγω;» του λεει.
Κοιταζει το ρολοϊ του.
«Περασε η ωρα ε; Ναι, πηγαινε, ευχαριστω…»
«Ενταξει. Καλο σας βραδυ» του λεει και κανει να φυγει.
«Ελλη!» …την σταματαει αυτος. Γυριζει παλι πισω.
«Οριστε;»
«Γιατι μου μιλας ακομη στον πληθυντικο;» …την ξαφνιαζει.
«Δεν… δεν ξερω. Δεν μου ζητησατε ποτε να το κοψω! Συνηθεια μαλλον…»
Της χαμογελαει.
«Στο ζηταω τωρα…»
«Μα θα… θα φαινεται σωστο; Θελω να πω, αυριο, οι αλλοι…»
«Για αποψε;»
«Να μην φυγω δηλαδη;»
«Α! Ε… όχι, φυγε, ενταξει, θα σε περιμενουνε…»
Η Ελλη κλεινει την πορτα και κανει ένα βημα προς τα μεσα.
«Όχι. Κανεις δεν με περιμενει απλα υπεθεσα ότι… με θελετε κατι;»
Την κοιταει και γελαει.
«Τοσο δυσκολο σου είναι; Τοσα χρονια ειμαστε μαζί. Ουτε εχουμε καμια φοβερη διαφορα… Στεφανο με λενε. Το ξερεις…»
«Το ξερω!» του απανταει χαμογελωντας. «Συμβαινει κατι;»
«Όχι. Όχι στη δουλεια… δε… ενταξει, αν θελεις να φυγεις, δεν υπαρχει κανενα προβλημα…»
«Όχι μπορω να μεινω. Δεν εχω κατι να κανω, αληθεια…»
«Γιατι;»
Τον κοιταει. Ακου ‘γιατι’…
«Δεν εχω…»
«Ο φιλος σου; Δεν εχεις καποιον;»
«Όχι…»
«Πως ετσι;»
«Ξερω`γω… δεν ετυχε…»
«Να σε ρωτησω κατι;»
«Ναι…»
«Με φοβασαι;»
«Τι εννοειτε; Τι εννοεις;» …το διορθωνει αμεσως.
«Στη δουλεια, που φωναζω, που…»
«Όχι. Νευρα είναι που εκτονωνται. Και συνηθως εχεις και δικιο. Εκτος από τις φορες που με παιρνει η μπαλα. Αλλα δεν το παρεξηγω. Ανθρωπινο είναι…»
«Δεν με αντιπαθεις δηλαδη;»
«Γιατι να σε αντιπαθω; Το αντιθετο.»
«Σκατα…»
«Δεν καταλαβαινω…»
«Γιατι ειμαστε ετσι μονοι; Δεν είναι δυνατον να μην εχω κανεναν να μιλησω εκτος από σενα! Συγνωμη κιολας, δεν εννοω…»
«Καταλαβα τι εννοεις.»
«Κι εσύ! Γιατι να μην εχεις τιποτα να κανεις και να εχεις ορεξη να καθεσαι εδώ να μ`ακους;»
«Εχεις πιει;» του λεει αυθορμητα. Ο Στεφανος γελαει.
«Όχι! Αλλα καλη ιδεα! Να σου βαλω ένα;» τη ρωταει ενώ σερβιρει ένα ουισκι.
«Αυριο εχεις το Χονγκ Κονγκ! Είναι μεγαλη συμφωνια, μην…»
«Να πα να γαμηθουνε! Γεια μας!» της απανταει δινωντας της το ποτηρι. «Ουτε η κορη μου δεν μου μιλαει, το ξερεις;»
«Είναι στην εφηβεια!»
«Και;»
«Εσύ δεν ησουν ποτε θυμωμενος με ολους;» …της χαμογελαει. «Γι`αυτό εισαι ετσι;»
«Όχι. Δε… δεν ξερω τι εχω παθει… Ισως είναι που πενηνταριζω! Ποσο χαλια φαινομαι;»
«Ένα διαλειμμα χρειαζεσαι μονο. Μια αλλαγη. Τιποτα άλλο. Να αδειασει το μυαλο σου…»
«Πως το καταφερνεις;»
«Ποιο;»
«Να εισαι παντα ετσι καλά…»
«Δεν ειμαι παντα καλά. Κανεις δεν είναι.»
«Δεν σου φαινεται παντως…»
«Είμαι στη δουλεια. Και εισαι το αφεντικο μου, τι επρεπε να κανω;»
«Μιλα! Πες το!»
Θα την τρελλανει αποψε…
«Γιατι να εισαι μονη σου;» … αντε παλι!
«Γι`αυτό εισαι ετσι;»
«Συζητηση κανω! Θελω να πω… ομορφη εισαι, εξυπνη εισαι… δεν το καταλαβαινω…»
«Συγκυριες είναι αυτά. Δεν παιζει ρολο η ομορφια. Ουτε η εξυπναδα. Ισα ισα μπορει να είναι και εμποδιο καμια φορα…»
«Αυτά που λενε ότι οι αντρες φοβουνται είναι βλακειες!»
«Εσύ δεν θα φοβοσουν! Οι αλλοι; Κι εσύ; Γιατι εισαι μονος σου;»
Ο Στεφανος γελαει.
«Ασε με εμενα. Ξερεις για μενα.»
«Ξερω ότι ποτε δεν πτοηθηκες. Τωρα τι αλλαξε;»
«Μεγαλωνω…»
«Ολοι. Δεν είναι κακο.»
«Ουτε καλο!»
Γελανε. Η αμηχανια αναμεσα τους αρχιζει να χανεται σιγα σιγα. Λιγο η κουβεντα, λιγο το αλκοολ…
«Ωριμαζεις απλως. Κανεις αλλου ειδους σκεψεις… Δεν εχεις γερασει!» του λεει. «Οποια θελεις την εχεις…»
«Εχω βαρεθει. Δεν εχει νοημα πια. Δεν επρεπε να χωρισω.»
«Αφου δεν την αγαπουσες…»
Ο Στεφανος γυρναει και την κοιταει.
«Τοσο πολύ φαινοταν;»
«Οποιος εχει ματια βλεπει… Κι επειτα, σε ξερω τοσα χρονια. Και ξερω ότι όταν ένας ανθρωπος είναι ερωτευμενος ακτινοβολει.»
«Ουτε εκεινη μ`αγαπουσε… Μη βλεπεις που λυσσαξε, εγωισμος ηταν. Και ασφαλεια. Ξερεις ποσα πληρωνω…»
«Αρα γιατι δεν επρεπε;»
«Καλως ή κακως τωρα θα ειχα καπου να γυρισω…»
«Και αρκει αυτό; Ένα ψεμα θα ηταν…»
«Γιατι δεν μιλησαμε ποτε εμεις οι δυο;»
Η Ελλη ανασηκωνει τους ωμους.
«Ειχες δουλειες, ειχες… άλλες αναγκες, αλλα…»
«Μια τρυπα στο νερο εχω κανει.»
«Μη σκεφτεσαι ετσι για τον εαυτο σου!»
«Αλλα; Τι να σκεφτομαι;»
«Δεν είναι λιγα αυτά που εχεις καταφερει! Νομιζω ότι εγώ τουλαχιστον, δεν γνωριζω κανεναν άλλο ανθρωπο που να εκτιμαω οσο εσενα!»
Της χαμογελαει. Πινει μια γουλια.
«Είναι που εισαι απεξω…»
«Απεξω;»
«Απεξω!»
«Ξερω οτιδηποτε μπορει να περασει από το μυαλο σου. Ξερω τη δουλεια σου. Ξερω τις αντιδρασεις σου. Δεν χρειαστηκε να μιλησουμε, αλλα σε ξερω. Και ναι, σε εκτιμαω. Πολύ! Ακομη κι όταν κανεις πουστια. Ειτε στη δουλεια, ειτε τοτε με τη γυναικα σου… ή νομιζεις ότι επειδη δεν ‘μιλαγαμε’ δεν ξερω; Ετερον εκατερον! Κι όλα είναι μεσα στο παιχνιδι.»

Παυση…
«Κι αυτό που με ρωταγες πριν…» συνεχιζει η Ελλη, λιγο πιο διστακτικα… «γιατι ειμαι μονη μου…» …ο Στεφανος την κοιταει, «…νομιζεις ότι είναι ευκολο; Εικοσι χρονων ηρθα εδώ. Κι ημουνα κάθε μέρα, ολη μέρα, διπλα σ`έναν ανθρωπο σαν κι εσενα. Τι πιθανοτητες ειχαν ολοι οι αλλοι λοιπον;»
Κι άλλη παυση. Οι ρολοι αντιστρεφονται. Η Ελλη θα τον τρελλανει αποψε!
«Θες να πεις ότι…»
«Δεν εισαι χαζος!»
«Μα δεν… ποτε… πως;»
«Τι επρεπε να κανω δηλαδη, να στην πεσω; Αφεντικο μου εισαι!»
«Ναι…» πινει κι άλλο ο Στεφανος.
«Μην με απολυσεις τωρα!» του λεει και γελανε.
«Όχι!»
Μεγαλη παυση.
«Και τωρα;» …ο Στεφανος.
«Τωρα τι;»
«Τωρα που το ειπες…;»
«Τωρα… αστα να πανε, κουβεντες ηθελες!»
«Παντως εγώ… το ειχα δεδομενο. Ότι δηλαδη εσύ, δεν… ε αποκλειεται να ησουνα μονη σου. Ή να ενδιαφεροσουνα… εισαι τοσο σοβαρη!»
«Μα η θεση μου είναι τετοια! Ειστε πολύ αφελεις οι αντρες τελικα…»
«Τι θες να πεις;»
«Ποσα εδωσα σ`αυτή τη δουλεια τοσα χρονια; Ή μαλλον, όχι στη δουλεια, σ`εσενα!»
«Επειδη σ`αρεσε!»
«Η δουλεια;»
«Και εισαι και φιλοτιμη!»
«Ποσο;»
«Είμαι ηλιθιος…»
Η Ελλη γελαει.
«Δεν εισαι ο πρωτος ηλιθιος αντρας παντως! Αν αυτό σε κανει να νιωθεις καλυτερα…»
«Όχι πολύ… Ρε συ Ελλη, δεκαεννια χρονια; Αυτό είναι ο ερωτας στα χρονια της χολερας, πρεπει να με μισεις!»
«Εκει ηταν πενηντα ένα χρονια! Αλλα καλομελετα κι ερχεται! …Δεν θα μπορουσα να σε μισω.»
«Πως είναι;»
«Πως είναι τι;»
«Να… να νιωθεις κατι τετοιο; Δεν ξερω αν είναι αγαπη αλλα δεκαεννια χρονια είναι πολλα για να μενεις μονη…»
Η Ελλη του χαμογελαει.
«Δυσκολο. Όμως… είναι ευλογια. Ετσι νιωθεις. Ευλογημενη που τον γνωρισες, που εχεις την ευκαιρια να περνας στιγμες μαζί του. Στιγμες που είναι δικες σου, πολυτιμες, που εισαι διπλα του κι αυτό κανει τα παντα να φαινονται ομορφα. Και την ιδια στιγμη είναι και καταρα. Γιατι δεν τις μοιραζεσαι. Γιατι ο άλλος δεν είναι διπλα σου. Γιατι δεν σημαινεις κατι… Εχω πιει πολύ τελικα!»
«Φοβασαι που λες την αληθεια;»
«Τι σ`επιασε σημερα;»
«Δεν ξερω. Απολογισμος; Δεν εχει νοημα τελικα. Ότι κι αν κανεις, δεν εχει νοημα. Καταληγεις εκει που είναι να καταληξεις, εκει που θελει η ζωη να σε παει. Νομιζα ο ανθρωπος φτιαχνει τη μοιρα του, ισως γι`αυτό εκανα και οσα εκανα… Όχι επειδη τα ηθελα πραγματικα, αλλα επειδη νομιζα ότι θα με φτασουν εκει που ηθελα να παω…»
«Εχεις φτασει εκει που ηθελες.»
«Με τι κοστος;»
«Το ηξερες το κοστος.»
«Εσύ το ηξερες. Εγώ δεν το υπολογισα ποτε…»
«Επειδη δεν ηταν στις προτεραιοτητες σου!»
«Και τωρα;»
«Τωρα επαναπροσδιοριζεις. Αν θελεις. Αλλιως τι ειχες τι εχασες…»
«Είναι κατι που …δεν το εχω πει πουθενα…»

Η Ελλη τον κοιταει. Ο Στεφανος της δινει κατι χαρτια. Η Ελλη διαβαζει.
«Ποτε εγινε αυτό;»
«Είναι καιρος…»
«Γιατι δεν το ηξερε κανεις;»
«Προσπαθουσα. Να το σωσω. Να μην ανησυχειτε. Δεν ξερω τι άλλο να κανω. Είναι μεγαλη ζημια…»
«Γι`αυτό ερχονται αυριο;»
«Ναι…»
«Το ξερουνε;»
«Σιγουρα θα εχει φτασει ως φημη. Δεν νομιζω ότι εχουν στατιστικα στα χερια τους…»
«Τι θα κανεις;»
«Αμα δωσω την εταιρεια τι εχω;» …η φωνη του είναι σπασμενη. Πινει μια γουλια. Μεγαλη. Η Ελλη δεν απανταει.
«Εχεις άλλη επιλογη;»
«Όχι. Αυτό είναι που με τρελλαινει!»
«Τοτε ξεκινας από την αρχη… Ξεκουραζεσαι, γινεσαι υγειης, φτιαχνεις τη σχεση σου με το παιδι σου, προσπαθεις να ζησεις φυσιολογικα με ότι εχει απομεινει. Κι αν εχεις αντοχες, παλευεις για κατι καινουριο. Αφου συνελθεις όμως. Εχεις τους τροπους…»
«Η Ναντια θα με τσακισει…»
«Η Ναντια θα πρεπει να καταλαβει. Τοσα χρονια ητανε διπλα σου. Ας μην σ`αγαπαει όπως λες, πιστευω όμως ότι ακομη κι ετσι, σιγουρα θα θελει να είναι καλά ο πατερας του παιδιου της!»
«Μια επιταγη ημουνα για τη Ναντια. Από την πρωτη στιγμη. Δεκα χιλιαρικα τον μηνα. Ξερεις κανενα παιδι να χρειαζεται δεκα χιλιαρικα τον μηνα;»
«Δεν εχουν σημασια όλα αυτά. Με τη Ναντια ετσι κι αλλιως δεν μιλιεστε. Η μικρη… νομιζω ότι σ`αγαπαει. Ας μην το δειχνει. Και θα σ`αγαπαει ειτε δινεις τα δεκα χιλιαρικα, ειτε όχι…»
«Της εχει κανει πλυση εγκεφαλου…»
«Και θα τσιμπησει; Τοσο εμπιστοσυνη της εχεις; Σε ξερει, δεν ηταν μωρο όταν χωρισατε!»
«Αστο ρε Ελλη… δε… δεν σωζεται από πουθενα το πραγμα!»
«Οπου υπαρχει προβλημα, υπαρχει και η λυση!»
«Τωρα αυτό το πιστευεις;»
«Ναι. Απλα δεν το εφαρμοσα ποτε, δεν τα καταφερα! Αλλα στις συμβουλες…»
Ο Στεφανος της χαμογελαει.
«Καταλαβα…»

Το πρωτο φως της μέρας, αρχισε σιγα σιγα να μπαινει από τις γριλλιες. Το μπουκαλι με το ουισκι εχει φτασει στο τελος του. Ο καπνος απ`τα τσιγαρα πλαναται στον χωρο. Οι γοβες της Ελλης πεταμενες στην ακρη του δωματιου, μαζί με το σακακι του Στεφανου… Είναι πολύ ωρα που δεν μιλανε πια. Καθονται μονο. Δεν εχει νοημα να πουν τιποτα. Δεν αλλαζεις δεκαεννεα χρονια σε μια νυχτα. Και ξαφνικα καταλαβαν ότι δεν χρειαζεται παντα να μιλας. Ισως γι`αυτό δεν μιλουσαν τοσο καιρο, πολλες φορες η σιωπη είναι αυτή που τα λεει όλα. Σκορπιες σκεψεις που ταξιδευουν στον χωρο και τον χρονο. Τις βλεπεις και τις νιωθεις και τις ακους. Στα βλεμματα, στις κινησεις, στις σκιες… Η σιωπη είναι χρυσος. Η σιωπη είναι αληθεια. Γιατι να μιλησουν μετα από δεκαεννεα χρονια; Περιττο είναι. Εκεινοι μιλουν αλλιως.
«Ξημερωνει…» η φωνη του Στεφανου σπαει τη σιωπη.
«Πρεπει να παω σπιτι, ν`αλλαξω…»
«Κι εγώ δεν εβγαλα τον σκυλο…»
«Εχεις σκυλο;»
«Ναι»
«Κι εγώ…»
Χαμογελανε.
«Παμε;»
«Παμε…»
Μαζευουν τα πραγματα τους και βγαινουν από το γραφειο. Προχωρανε στους αδειους διαδρομους. Μπαινουν στο ασανσερ. Κατεβαινουν στο γκαραζ. Σιωπη παλι. Μονο τα βηματα τους ακουγονται. Φτανουν ο καθενας στο αυτοκινητο του. Συναγερμοι. Η Ελλη ανοιγει την πορτα της.
«Ελλη!» …ο Στεφανος, λιγο πιο περα, εχει ανοιξει κι εκεινος την πορτα του. Η Ελλη τον κοιταζει. «Ευχαριστω.»
Η Ελλη του χαμογελαει και φευγει.

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

ΤΡΕΙΣ ΜΟΙΡΕΣ (μερος 3ο)



Το μπαρακι ηταν μικρο και αδειο, σχεδον παρακμιακο και σε μια γειτονια εντελως διαφορετικη από τα γουστα και τις υπερπολυτελεις συνηθειες της Αλεξανδρας. Ολοι εκει μεσα ηταν μονοι, αντρες οι περισσοτεροι, γυρω στα 40 και μεθυσμενοι. Η αληθεια είναι πως φοβοταν λιγο εκει μεσα, με έναν αγνωστο αντρα που μοιαζει ακινδυνος, ισως και καλος, παραμενει όμως αγνωστος. Δεν ξερει γιατι τον ακολουθησε εκει. Ισως … γιατι κι εκεινη ειχε αναγκη ένα ποτο. Κι επιτελους ένα τσιγαρο! Η μέρα της δεν ηταν καθολου καλη, η ζωη της η ιδια δεν είναι καλη. Τιποτα από αυτά βεβαια δεν την δικαιολογει όμως… κατι την εκανε να παει. Ηπιαν το πρωτο ποτο, και το δευτερο και το τριτο, χωρις να ανταλλαξουν ουτε κουβεντα. Τι να πουν αλλωστε;
Ο Χριστοφορος καθισμενος διπλα της, επινε. Κοιταζε γυρω του βλεποντας προσωπα και χωρους γνωριμους, χωρις ιχνος του φοβου που ειχε κυριευσει την Αλεξανδρα. Ο μπαρμαν του εφερε ποτο χωρις καν να παραγγειλουν. Ποσο συχνα να πηγαινει εκει; Κι όμως… αυτή τη φορα, δεν ηθελε να παει μονος του. Δεν αντεχε να παει μονος του. Παρατηρουσε την Αλεξανδρα.
Δεν κοιταζε κανεναν γυρω της και ποσο παλευε να φανει καθως πρεπει κι όχι η γυναικα που ηταν. Η γυναικα που εχει σιχαθει τον καθωσπρεπεισμο γιατι τον ρουφηξε ως το κοκαλο και τελικα αυτος την επνιξε. Η γυναικα που ειχε παει με έναν αγνωστο σε ένα παρακμιακο μπαρακι καθολου μα καθολου του γουστου της και τωρα φοβαται γιατι είναι εξω από τα νερα της. Δεν μετανιωνει. Φοβαται. Και ποσο της φαινεται!
Ο Χριστοφορος χαμογελασε. Η Αλεξανδρα το προσεξε και χαμογελασε κι αυτή αμηχανη χωρις να μπορει να καταλαβει τον λογο.
«Γιατι χωρισες;» ρωτησε ξαφνικα ο Χριστοφορος με μια ευκολια σαν να ρωτουσε το πιο φυσιολογικο πραγμα του κοσμου και σαν να απευθυνεται σε έναν κολλητο που ξερει χρονια.
«Οριστε;»
Η Αλεξανδρα γυρισε και τον κοιταξε μαλλον πειραγμενη από την αδιακρισια.
«Γιατι χωρισες;» ξαναρωτησε ο Χριστοφορος με την ιδια φυσικοτητα και ευκολια.
«Γιατι ρωτας;»
«Γιατι ειμαστε εδώ πανω από μια ωρα και δεν εχουμε βγαλει κουβεντα»
«Κι αυτό βρηκες να ρωτησεις;»
«Μονο αυτό ξερω για σενα»
«Δεν είναι κατι που μ`αρεσει να συζηταω. Ειδικα με έναν αγνωστο»
«Πασο. Βρες εσύ θεμα τοτε»
«Με τι ασχολεισαι;» ρωτησε τελικα η Αλεξανδρα μετα από αρκετη σκεψη. Την μπερδευε αυτος ο ανθρωπος. Το σιχαινεται να την μπερδευουν.
«Βιβλια»
Γιατι πρεπει να απανταει παντα ετσι κοφτα και μονολεκτικα; αναρωτηθηκε η Αλεξανδρα.
«Όταν λες βιβλια; Κι εγώ με βιβλια…»
«Συλλεγω διαφορα. Ότι πιο σπανιο μπορω να βρω. Δεν δουλευω πανω σ`αυτό. Δουλευω… ασχετα» της ειπε, πινοντας μια μεγαλη γουλια από το τεταρτο ποτο του.
«Α. Ωραια. Ενδιαφερον. Εγώ… εχω εκδοτικο. Οικο.»
Ο Χριστοφορος χαμογελασε γνεφοντας καταφατικα. Παλι αμηχανια. Παλι σιωπη.
«Τωρα που ξερεις περισσοτερα για μενα, δεν μπορεις να βρεις κανενα άλλο θεμα;» ειπε τελικα η Αλεξανδρα μεταξυ σοβαρου και αστειου.
«Δεν ξερω. Παντα ειχα την ταση βλεποντας έναν ανθρωπο να εστιαζω στην ουσια, σ`αυτό που πραγματικα είναι και σ`αυτό που τον απασχολει. Ετσι μονο μαθαινεις τον άλλο πραγματικα. Δεν εχω συζητησει ποτε για τον καιρο, αλλα εσύ μαλλον αυτό θελεις…»
Η Αλεξανδρα τον κοιταξε. Δεν το περιμενε αυτό.
«…Κανω λαθος;» τη ρωτησε τελειωνοντας την φραση του.
«Εχω ψυχαναλυτη» του ειπε, «δεν χρειαζομαι και δευτερο»
«Αμυνεσαι τωρα»
«Εσύ όταν δεχεσαι επιθεση δεν αμυνεσαι;»
«Δεν εκανα επιθεση. Ειπα την αληθεια»
«Ωραια. Θα σου απαντησω αν δεχτεις να παίξουμε επι ισοις οροις» του ειπε.
Ειχε αρχισει να της αρεσει ξαφνικα αυτή η συζητηση. Λιγη ενταση επιτελους. Κατι διαφορετικο. Όχι μονο στη στιγμη ή στην μέρα, στην ζωη της.
«Τι εννοεις;» ρωτησε ο Χριστοφορος.
«Μου εκανες μια ερωτηση. Θα σου κανω κι εγώ μια, κι αν δεχτεις να απαντησεις, θα απαντησω κι εγώ»
«Παει»
«Τι επαθες όταν ανεφερε η κοινωνικη λειτουργος το ονομα της μικρης;»
Ο Χριστοφορος την κοιταξε.
«Κι εγώ ξερω να πιανω την ουσια» του ειπε, «αλλα υπαρχει και κατι που το λενε διακριτικοτητα, αν εχεις ακουστα. Λοιπον… απαντας;»

Η Αλεξανδρα ειχε χρονια να κανει ερωτα. Ο Χριστοφορος περισσοτερα.
Εκεινη τη νυχτα περασαν και οι δυο πολύ καλά. Δεν ηταν σεξ. Παρα το γεγονος ότι δεν γνωριζονταν ουτε εικοσιτεσσερις ωρες ηταν κατι παραπανω, και το ενιωσαν και οι δυο. Ηταν η ενωση δυο ανθρωπων τοσο μονων, που τοσο αναπαντεχα βρεθηκαν με κατι κοινο. Και ξαφνικα αρχισαν να ανακαλυπτουν ότι εχουν περισσοτερα από ένα κοινα πραγματα. Ενιωσαν και οι δυο πραγματα που ειχαν ξεχασει, μοιραστηκαν, ανοιχτηκαν. Ανοιχτηκαν επιφυλακτικα στην αρχη, μετα όμως χωρις κανεναν δισταγμο. Σαν να συνειδητοποιησαν και οι δυο, πως οσο μονος κι αν είναι κανεις, αν υπαρχουν κι αλλοι ανθρωποι που νιωθουν ετσι, τοτε δεν εισαι ποτε μονος στ`αληθεια. Κι αυτό είναι ένα συναισθημα παρηγορο, κατι που ολοι μας εχουμε αναγκη να νιωθουμε. Ένα ειδος ασφαλειας.
Συζητησαν για τα παντα. Για την χαμενη αγαπη του Χριστοφορου που κατά μια διαβολικη –ή ισως και όχι τελικα- συμπτωση ειχε το ιδιο ονομα με το κοριτσακι, για τις χαμενες ελπιδες της Αλεξανδρας που ξαφνικα όμως αρχιζαν να αναπληρωνονται από ένα παιδι που στο μελλον θα ειχε αναγκη για φροντιδα οσο ελαχιστα αλλα παιδια, για το διαζυγιο, για την σημασια ενός γερικου σκυλιου στη ζωη ενός ανθρωπου με ολη τη ζωη μπροστα του, για ένα κοριτσακι που η ζωη του καταστραφηκε επειδη μια νευρωτικη ηθελε να αναψει παλι τσιγαρο μπας και καταφερει ποτε να ηρεμισει, για βιβλια, για ερωτες, για ξεχασμενα ονειρα, για ζωη. Για τη Μοιρα…
Ηταν κατι περα από τα κορμια. Ενωση ψυχης. Ενωση δυο κοσμων αγνωστων μεχρι χτες. Και ηταν κατι τοσο ειλικρινες, αθωο και ζεστο, σαν αγκαλια. Μια απλη, βαθια, ανθρωπινη, τεραστια αγκαλια.
Ανταλλαξαν τα τηλεφωνα τους, αλλα όταν χωρισαν, κανενας από τους δυο δεν ηξερε αν θα ξαναβρεθουν ποτε. Δεν ηξεραν καν αν ηθελαν. Αν ξανασυνατηθουν ισως και να χαλασει αυτό που καταφεραν να βρουν. Ηταν κατι παραξενο και για τους δυο. Ονειρικο. Καλυτερα να το θυμουνται ετσι.

Την επομενη μέρα το πρωι, η Αλεξανδρα πηγε στο νοσοκομειο να μαθει για την Ελευθερια και ισως και να την δει, αν την αφησουν. Η Ελευθερια ηταν ακομα στην εντατικη. Η Αλεξανδρα την ειδε μονο από μακρια, δεν την αφησαν να μπει μεσα. Ο Χριστοφορος πηγε στο νοσοκομειο το μεσημερι κι ετσι δεν συναντηθηκε με την Αλεξανδρα. Φυσικα ουτε εκεινον αφησαν να δει την Ελευθερια.
Επι δυο εβδομαδες, πηγαιναν και οι δυο στο νοσοκομειο κάθε μέρα, αλλα ποτε δεν καταφεραν να συναντηθουν.
Την πρωτη μέρα της τριτης εβδομαδας, η Ελευθερια αρχισε να συνερχεται και βγηκε από την εντατικη. Κι εκεινη, ηταν η μέρα που η Αλεξανδρα και ο Χριστοφορος συναντηθηκαν ξανα. Επιτελους.
Η Αλεξανδρα ηταν σιγουρη πως θα ακουγε και παλι τα ιδια. Λυπαμαι, είναι ακομα στην εντατικη, δεν μπορειτε να την δειτε. Ο Χριστοφορος το ιδιο.
Όταν του ειπαν πως συνηλθε και πως βρισκοταν στο 314, ο Χριστοφορος ετρεξε μεσα ενθουσιασμενος. Μολις ανοιξε την πορτα, συναντησε την Αλεξανδρα, η οποια καθοταν διπλα στο κρεββατι περιμενοντας να ξυπνησει η Ελευθερια και πεταχτηκε τρομαγμενη από τον θορυβο της πορτας. Του χαμογελασε γλυκα και εφερε το δαχτυλο στα χειλη της κανοντας του νοημα να κανει ησυχια γιατι η μικρη κοιμοταν ακομη. Ο Χριστοφορος της χαμογελασε κι εκεινος κι αμεσως αγκαλιαστηκαν ζεστα σαν δυο παλιοι, καλοι φιλοι που τους ενωνει κατι απροσπεραστο.
«Πως είναι;» της ψιθυρησε ο Χριστοφορος.
«Κοιμαται. Από το πρωι. Ειπαν πως θα κοιμαται για πολλη ωρα, της κανει καλο»
«Εσύ;»
«Χαιρομαι που θα συνελθει»
«Ηρθα πολλες φορες εδώ» της ειπε ο Χριστοφορος, «αλλα δεν σε ξαναπετυχα ποτε»
«Κι εγώ το ιδιο»
«Ηθελες;» την ρωτησε.
«Εσύ;» ρωτησε η Αλεξανδρα χωρις να είναι σιγουρη για το τι επρεπε να του απαντησει.
«Δεν ξερω. Δεν ημουνα σιγουρος»
«Ουτε κι εγώ»

Η Ελευθερια αρχισε να ανοιγει αργα τα ματια της. Διεκρινε δυο αγνωστες θολες φιγουρες, αλλα δεν εδωσε σημασια και τα εκλεισε παλι αμεσως. Η Αλεξανδρα και ο Χριστοφορος πλησιασαν το κρεββατι και σταθηκαν από πανω της. Η Ελευθερια ανοιξε και παλι τα ματια της κι αυτή την φορα τους διεκρινε και τους δυο καθαρα. Μα ποιοι είναι αυτοι; Που βρισκεται; Που είναι ο παππους της; Η γυναικα από πανω της της χαμογελα γλυκα και της χαϊδευει τα μαλλια. Ο αντρας την κοιταει χαμογελωντας κι αυτος. Είναι παραξενοι.
«Πως νιωθεις;» την ρωτησε η γυναικα.
«Δεν ξερω» απαντησε κουρασμενα η Ελευθερια κι η φωνουλα της ακουστηκε τοσο αχνη. Η Αλεξανδρα δακρυσε. «Που είμαι;»
«Στο νοσοκομειο. Ειχες ένα ατυχημα, σοβαρο και… κοιμοσουν δυο βδομαδες» απαντησε η αγνωστη γυναικα που βρισκοταν ακομη διπλα της.
«Εσύ τι εισαι;»
«Εγώ …ειμαι η Αλεξανδρα. Εγώ φταιω για το ατυχημα και… αυτος είναι ο Χριστοφορος. Σε φεραμε μαζί στο νοσοκομειο»
Ο αντρας που τον ελεγαν Χριστοφορο της χαμογελαει παλι. Γιατι χαμογελαει; Κι αυτή γιατι κλαιει;
«Που είναι ο παππους μου;»
Η Αλεξανδρα και ο Χριστοφορος κοιταζονται. Ωχ… Γιατι οι ερωτησεις των παιδιων πρεπει παντα να είναι τοσο δυσκολες; Δεν ηξεραν τι να πουν, ουτε πώς να εξηγησουν ετσι ώστε τα πραγματα να φαινονται ανωδυνα. Και η Ελευθερια θα συνεχισει να ρωταει. Γιατι δεν νιωθω τιποτα; Ποτε θα φυγω; Τωρα όμως ειμαι καλά ε; Δυσκολα. Σ`ένα παιδι δεν μπορεις να εξηγησεις το πιο απλο πραγμα του κοσμου γιατι σκεφτεται με τοση αφελεια που σε μπερδευει κι εσενα! Ποσο μαλλον κατι τετοιο… Ευτυχως εμφανιστηκε μια νοσοκομα που όταν ειδε ότι η Ελευθερια ειχε συνελθει φωναξε αμεσως ένα γιατρο. Και να που η Ελευθερια συνεχιζει να τους εκπλησσει ολους.
«Τουλαχιστον ο παππους θα ξαναβρει την μαμα μου» ειπε, όταν της εξηγησαν την αληθεια. «Του ελειπε πολύ. Τον ακουγα που μιλουσε κάθε βραδυ στη φωτογραφια της»

Η Ελευθερια θα εμενε άλλη μια βδομαδα στο νοσοκομειο, σχεδον προληπτικα. Ειχε συνελθει και δεν υπηρχε λογος να την κρατησουν άλλο. Ετσι κι αλλιως δεν μπορουσαν να κανουν κατι, η ζημια ηταν μη αναστρεψιμη.

Ο Χριστοφορος και η Αλεξανδρα βρισκονταν καθισμενοι ο ενας απεναντι από τον άλλο στο καφε του νοσοκομειου. Ηταν αμιλητοι και οι δυο. Δεν ειχε καμια σχεση με την αμηχανια της προηγουμενης φορας αυτή η σιωπη. Τωρα σκεφτοντουσαν την μικρη.
Τι μελλον θα μπορουσε να εχει τωρα πια αυτό το κοριτσακι; Κι ηταν τοσο γλυκο, και τοσο εξυπνο…
«Αν παει σε ιδρυμα θα καταστραφει…» μουρμουρισε η Αλεξανδρα. «Θελω να βρω εκεινη την κοινωνικη λειτουργο, θυμασαι που…»
«Δελλιου νομιζω την ελεγαν»
«Ναι»
«Σκεφτεσαι να αναλαβεις την κηδεμονια της;» ρωτησε ο Χριστοφορος.
Η Αλεξανδρα τον κοιταξε.
«Ναι. Ξερω ότι θα είναι πολύ δυσκολο και δεν εχω ιδεα από τετοιες καταστασεις όμως… νομιζω είναι το λιγοτερο που μπορω να κανω»
«Μην το κανεις από οικτο όμως. Ή από υποχρεωση. Γιατι αυτό νιωθεις»
«Παντα ηθελα ένα παιδι. Και ξερω ότι δεν θα το αποκτησω ποτε»
«Παντα ηθελες ένα τετοιο παιδι;»
Κοιταζονται καταματα. Η Αλεξανδρα αναβει ένα τσιγαρο και στρεφει αλλου το βλεμμα της.
«Αλεξανδρα…» συνεχισε ο Χριστοφορος, «η μικρη, θα χρειαστει ειδικη φροντιδα και…»
«Λες να μην το ξερω αυτό; Εγώ όμως, εχω χρηματα, θα μπορεσω να της προσφερω ότι χρειαζεται. Και αγαπη. Σ`ένα ιδρυμα δεν νομιζω πως θα το βρει αυτό»
«Σιγουρα. Αλλα πιστευω ότι πρεπει να σκεφτεις και τον εαυτο σου λιγο περισσοτερο πριν το αποφασισεις»
«Τον εαυτο μου;» Η Αλεξανδρα αρχισε να γελαει. «Μαλλον δεν εχεις καταλαβει ότι εγώ φταιω για ότι επαθε!»
«Μπορει. Το μονο που σου λεω όμως είναι να σκεφτεις αν θα εκανες ακριβως το ιδιο πραγμα ακομα κι αν δεν ειχες καμια ευθυνη! Γιατι στο κατω κατω, ακομη κι αν δεν συνεβαινε το ατυχημα από τη στιγμη που πεθανε ο παππους της, παλι σε ιδρυμα θα κατεληγε! Θα την επαιρνες; Τοσα χρονια γιατι δεν πηρες ένα παιδι από ιδρυμα αφου το θες τοσο πολύ;»
«Δεν είναι το ιδιο!» φωναξε η Αλεξανδρα.
«Αυτό σου λεω! Προσπαθεις να εξαγορασεις τις ενοχες σου. Νοιαζεσαι μονο και μονο από τυψεις και οικτο!»
«Εσύ; Γιατι νοιαζεσαι;»
Ο Χριστοφορος την κοιταζει. Αφου ξερει την απαντηση, τωρα γιατι το κανει αυτό;
«Αρχικα από ενδιαφερον. Ανθρωπινο και μονο. Μετα…»
«Δεθηκες. Το ιδιο κι εγώ. Βλεπεις ποσο απλο είναι; Κοφ`το κηρυγμα λοιπον!»

Η Αλεξανδρα το ιδιο κιολας απόγευμα βρηκε την Βασιλικη –την κοινωνικη λειτουργο. Εκεινη συμφωνησε πως εφοσον η Αλεξανδρα το ηθελε και ηταν σιγουρη γι`αυτό που πηγαινε να κανει, θα μπορουσαν να ξεκινησουν τις διαδικασιες για υιοθεσια. Θα επαιρνε λιγο καιρο, αλλα στο μεταξυ η Αλεξανδρα θα μπορουσε να παρει την Ελευθερια στο σπιτι ετσι ώστε να γνωριστουν κιολας και να δει και η Αλεξανδρα τι σημαινε και πρακτικα αυτό που ειχε τοσο ευκολα αποφασισει να κανει. Θα ηταν μια περιοδος προσαρμογης και για τις δυο. Και καθολου ευκολη.
Η Ελευθερια δεθηκε πολύ γρηγορα με την Αλεξανδρα. Περνουσαν καλά μαζί. Η Αλεξανδρα σταματησε να πηγαινει στη δουλεια για να εχει χρονο μαζί της. Ειχε βρει επιτελους κατι που ηταν σημαντικο, κατι να γεμισει τα κενα στη ζωη της. Και η Ελευθερια… Η Ελευθερια ειχε βρει επιτελους μια αγκαλια. Μια μητρικη αγκαλια. Ο παππους της βεβαια την αγαπουσε, και της ελειπε πολύ, με την Αλεξανδρα όμως μπορουσε να νιωσει πως είναι να εχεις μια μαμα. Δεν μπορουσε να θυμηθει την δικη της, κι αυτό την πονουσε παντα πολύ. Ουτε την ενοιαζε που με την Αλεξανδρα θα ειχε μια καλυτερη ζωη. Η αγκαλια την ενοιαζε μονο.
Τον πρωτο καιρο περασαν δυσκολα. Η προσαρμογη στα νέα δεδομενα δεν ηταν ευκολη. Και για τις δυο. Η Αλεξανδρα δεν ηξερε πώς να φερθει σ`ένα παιδι, ποσο μαλλον σ`ένα παιδι με ειδικες αναγκες. Η Ελευθερια με την σειρα της δεν μπορουσε να συμβιβαστει μ`αυτό που ειχε γινει. Ηθελε να περπαταει, να κινειται, να εξυπηρετει τον εαυτο της χωρις να εχει αναγκη κανεναν άλλο. Ετσι ειχε μαθει. Περασε πολυς καιρος μεχρι να συνελθουν και να δεθουν πραγματικα. Η Ελευθερια εκλαιγε και φωναζε με το παραμικρο για ένα αρκετα μεγαλο διαστημα. Η Αλεξανδρα όμως παντα ηταν υπομονετικη και δοτικη με τους ανθρωπους που αγαπαει, και σημερα, είναι δεμενες οσο ελαχιστοι ανθρωποι σ`αυτόν τον κοσμο.
Ο Χριστοφορος πηγαινει και τις βλεπει αρκετα συχνα. Και η δικη του ζωη αλλαξε. Η Ελευθερια είναι ένα πλασμα που εχει την δυναμη να σε μαγευει. Σε κανει να ξεχνας όλα αυτά που σε πονανε, και ο Χριστοφορος την εχει αναγκη. Με την Αλεξανδρα δεν είναι μαζί, αλλα εχουν γινει δυο πολύ καλοι φιλοι, που ξερουν τοσο καλά ο ενας τον άλλο, ώστε να μην νιωθουν ποτε μονοι.

Ο ανθρωπος είναι ζωη. Η ζωη είναι Μοιρα.
Τρεις ανθρωποι. Τρεις ζωες. Τρεις Μοιρες. Κλοθω, Λαχεσις, Ατροπος.
Κλοθω. Γνεθει το νημα της ζωης.
Λαχεσις. Ξεδιαλυνει τα νηματα για να μοιρασει τα γραμμενα του κάθε ανθρωπου.
Ατροπος. Κοβει τα νηματα.

Η Αλεξανδρα, ο Χριστοφορος και η Ελευθερια, ηταν τρεις ανθρωποι που ειχαν αποφασισει να μην πιστευουν στη Μοιρα. Ενιωθαν προδομενοι. Δεν ηξεραν ότι η Μοιρα εξακολουθουσε να πιστευει σ`αυτους. Οι τρεις ζωες μεσα σε μια στιγμη μονο, μετατραπηκαν σε μια. Εγιναν οικογενεια. Οι τρεις τοσο διαφορετικοι ανθρωποι καλυψαν το κοινο κενο τους. Βρηκαν ο καθενας την δικη του Ελευθερια.

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

ΤΡΕΙΣ ΜΟΙΡΕΣ (μερος 2ο)



Ο διαδορμος του νοσοκομειου είναι ψυχρος και σιωπηλος. Γιατροι και νοσοκομες περιφερονται φυσιολογικα με μια ηρεμια που τσακιζει τα νευρα ολων, σαν να μην κρινεται η ζωη κανενος ανθρωπου εκει μεσα. Οι ανθρωποι που περιμενουν στον διαδρομο είναι αμιλητοι και σκυθρωποι. Ο πονος στα ματια ολων είναι φανερος αλλα η σιωπη που κυριαρχει καταστρεφει κάθε ιχνος ανθρωπιας εκει μεσα.
Η Αλεξανδρα και ο Χριστοφορος βρισκονται καθισμενοι ο ενας διπλα στον άλλο, αμιλητοι με το βλεμμα τους στο κενο.
Η Ελευθερια βρισκεται στο χειρουργειο, κι εκεινοι, δυο παντελως αγνωστοι ανθρωποι περιμενουν την απαντηση για ένα ακομη πιο αγνωστο κοριτσακι.
Η αμηχανια είναι βασανιστικη.
Ο Χριστοφορος σηκωνεται και απομακρυνεται ξαφνικα. Σε λιγα λεπτα επιστρεφει με δυο καφεδες. Δινει τον έναν στην Αλεξανδρα και καθεται διπλα της.
«Αργουν» της ειπε.
Η Αλεξανδρα γνεφει καταφατικα και τον ευχαριστει για τον καφε. Τον ειχε αναγκη.
«Σιχαινομαι τα νοσοκομεια» λεει ξαφνικα ο Χριστοφορος.
«Και ποιος δεν τα σιχαινεται» απανταει η Αλεξανδρα χαμογελωντας, χωρις όμως να είναι σιγουρη ότι ο αγνωστος αντρας διπλα της μιλουσε σ`εκεινη κι όχι μονος του. Μονο όταν της χαμογελασε κι εκεινος καταλαβε ότι ναι, της μιλουσε.
«Φοβαμαι» ειπε η Αλεξανδρα.
«Για σενα ή για την μικρη;» ρωτησε ο Χριστοφορος.
«Δεν ξερω»
«Όλα θα πανε καλά, θα βγει ο γιατρος σε λιγο και… η μικρη θα είναι μια χαρα»
«Λες να βρηκαν τους δικους της;»
«Δεν ειμαι σιγουρος ότι εχει», απαντησε ο Χριστοφορος. «Είναι πολύ μικρη για να κυκλοφορει ετσι μονη της στο κεντρο της Αθηνας…»
«Ο σκυλος σου δεν θα φυγει;» ρωταει ξαφνικα η Αλεξανδρα.
Ο Χριστοφορος χαμογελαει. Παρατησε τον Μπομπι εξω από το νοσοκομειο όταν εφτασαν.
«Όχι. Εχει μαθει. Θα με περιμενει μεχρι να βγω» της απαντησε. «Ποση ωρα είναι μεσα;»
«Πανω από τεσσερις ωρες.» Η Αλεξανδρα ξεφυσαει αγχωμενη.
«Προσεξες ότι κανενας άλλος δεν ενδιαφερθηκε; Τοσοι ανθρωποι ηταν εκει γυρω…»
«Δεν θα`πρεπε να απαγορευουν το καπνισμα στα νοσοκομεια»
«Αν θελεις βγες εξω, θα ειμαι εγώ εδώ» της ειπε ο Χριστοφορος.
«Όχι, ενταξει. … Σε εμπλεξα κι εσενα, θα ειχες δουλεια…»
«Δεν δουλευω. Χριστοφορος» ειπε, και της δινει το χερι του.
«Αλεξανδρα» απαντησε εκεινη κι ανταλλαξαν χειραψια.
«Εσύ μαλλον εχασες τη δουλεια σου…» της ειπε.
«Μπα… πηγαινα να βαλω την τελευταια υπογραφη στο διαζυγιο μου» ειπε η Αλεξανδρα χαμογελωντας πικρα.
«Λυπαμαι»
«Δεν υπαρχει λογος»

Σιωπη και αμηχανια ξανα. Γιατροι πηγαινοερχονται αδιαφοροι χωρις κανενας να εχει καμια απαντηση.
Τα λεπτα στο ρολοϊ του τοιχου περνουν βασανιστικα. Ουτε η Αλεξανδρα ουτε ο Χριστοφορος ξερουν πια τι να πουν. Άλλη μια ωρα περναει.
«Αν πεθανει;» λεει ξαφνικα η Αλεξανδρα, «τι θα κανω αν πεθανει;»
«Δεν θα πεθανει»
Η σιγουρια και η ηρεμια στην εκφραση του Χριστοφορου την εκνευριζουν απιστευτα. Πως μπορει και το κανει; Εκεινη κοντευει να πεθανει από την αγωνια της κι αυτος… Είναι η αμυνα του όμως, κι η Αλεξανδρα δεν το ξερει αυτό ακομη.
«Θα προτιμουσα παρα πολύ να εχω χτυπησει τον σκυλο σου!» του λεει ξαφνικα.
Ο Χριστοφορος την κοιταει. Το βρισκει λιγο λογικο, αλλα όχι, δεν περιμενε να το ακουσει αυτό.
«Αυτος ο σκυλος σημαινει παρα πολλα για μενα»
Τα λογια του βγηκαν αργα αλλα σταθερα κι η φωνη του ξαφνικα εγινε βαθια.
Και να, η Αλεξανδρα εντοπιζει ένα πρωτο ιχνος αντιδρασης.
Ο Χριστοφορος μεσα σε δευτερολεπτα εχει βουρκωσει για έναν σκυλο που είναι απολυτως υγειης και τον περιμενει στην εξοδο του νοσοκομειου. Εδώ και πεντε ωρες δεν εχει βουρκωσει για το κοριτσακι που κανενας δεν ξερει αν θα ζησει ή αν θα πεθανει, μαλλον δεν τον ενδιαφερει καν, σκεφτηκε η Αλεξανδρα, αλλα βουρκωνει για έναν σκυλο! Ε όχι!
«Συγγνωμη» του ειπε ανεκφραστη.
«Όχι ενταξει, κατά καποιο τροπο… εχεις δικιο» της ειπε, «κι ας μην μ`αρεσει»
Παλι καλά, σκεφτηκε η Αλεξανδρα.

Περασε αρκετη ακομη ωρα μεχρι να εμφανιστει ο γιατρος με μια απαντηση. Τον ειδαν να πλησιαζει από το βαθος του διαδρομου σκυθρωπος. Σταθηκε μπροστα τους αμηχανος και τους κοιταξε. Η Αλεξανδρα και ο Χριστοφορος τον κοιταζαν κι εκεινοι με αγωνια, μια αγωνια αρκετα πρωτοτυπη για δυο αγωστους.
«Λοιπον;» ρωτησε τελικα η Αλεξανδρα.
Ο γιατρος τους κοιταξε και παλι.
Τα νέα δεν ηταν καλά. Το κοριτσακι ειχε τραυματιστει σοβαρα. Θα χρειαστει να μεινει για πολύ καιρο στην εντατικη και όταν θα αναρωσει μαλλον δεν θα περπατησει ποτε ξανα. Δεν θα κινηθει ποτε ξανα. Εσπασε τον λαιμο της. Η Αλεξανδρα ξεσπασε σε κατι απροσδοκητους λυγμους χωρις να μπορει να συγκρατηθει. Ο Χριστοφορος ειχε μεινει αφωνος να κοιταζει το κενο χωρις να ξερει τι`ναι αυτό που πρεπει να πει ή να κανει. Ο γιατρος ειπε ένα ξερο ‘λυπαμαι’ και απομακρυνθηκε βιαστικος.
Η Αλεξανδρα δεν σταματουσε να κλαιει. Ο Χριστοφορος αμηχανος την πλησιασε και πιανοντας την από τους ωμους την αναγκασε να καθισει. Η Αλεξανδρα τον κοιταξε. Εκεινος καθισε διπλα της.
«Εγώ φταιω. Εγώ της το εκανα αυτό…» του ειπε κλαιγοντας ακομη.
«Θα ηταν καλυτερα να φυγουμε» της ειπε ο Χριστοφορος, «Η μικρη δεν μας ξερει, ουτε να την δουμε μπορουμε, δεν προσφερουμε κατι. Κακο στον εαυτο σου θα κανεις»
«Πως μπορεις και το λες αυτό;» του φωναξε.
«Αληθεια είναι. Σκληρο, αλλα αληθεια»
«Δεν εχει κανεναν! Από την ωρα που ηρθαμε ψαχνουν να βρουν δικους της, ή …κατι τελος παντων, και δεν εχει εμφανιστει κανεις! Πως μπορω να την αφησω;»
«Και τι θα κανεις;»
«Δεν ξερω. Εσύ μπορεις να φυγεις παντως»

Μια γυναικα φανηκε να τους πλησιαζει από το βαθος του διαδρομου. Γυρω στα 40, φορωντας τζην παντελονι, ένα μπουφαν κι αθλτικα παπουτσια. Τα μαλλια της είναι τραβηγμενα σε μια σφιχτη αλογοουρα. Σταθηκε μπροστα τους και τους κοιταξε.
«Εσεις ειστε που φερατε το κοριτσακι;» ρωτησε.
Ο Χριστοφορος και η Αλεξανδρα γνεφουν καταφατικα.
«Βασιλικη Δελλιου, κοινωνικη λειτουργος» τους ειπε.
«Δεν εχει κανεναν ε;» ρωτησε η Αλεξανδρα.
«Δυστυχως» απαντησε. «Λεγεται Ελευθερια Παπαβασιλειου…»
Ο Χριστοφορος την κοιτα εντονα ξαφνικα. Μοιαζει να σταματα να παρακολουθει τα λογια της και να χανεται καπου αλλου, σαν να μην βρισκεται στο νοσοκομειο, σαν να μην περιμενει να μαθει αυτά που τοση ωρα περιμενε.
«…είναι οχτω ετων και ζουσε μονη με τον παππου της, αυτος την μεγαλωνε», συνεχισε η κοινωνικη λειτουργος. «Προσπαθησαμε να τον βρουμε αλλα δυστυχως σταθηκε αδυνατο. Υπεστη καρδιακη προσβολη σημερα το πρωι. Είναι νεκρος.»
«Και τωρα;» ρωτησε η Αλεξανδρα, «τι γίνεται τωρα;»
«Θα την αναλαβει η Προνοια. Ετσι γίνεται σ`αυτές τις περιπτωσεις. Δεν εχει κανεναν άλλο»
«Δηλαδη τι; Θα παει σε ιδρυμα;»
«Ναι. Σκεφτηκα ότι ισως θα θελατε να μαθετε, περιμενετε εδώ από το πρωι και…»
«Εγώ τι πρεπει να κανω;» ρωτησε η Αλεξανδρα.
«Ετσι όπως εχει η κατασταση τιποτα. Αρκουν οσα ειπατε στην Τροχαια»
Η Αλεξανδρα γνεφει καταφατικα.
Ο Χριστοφορος εξακολουθει να είναι χαμενος στις σκεψεις του, δεν εχει ακουσει τιποτα από την συζητηση.
«Πηγαινετε σπιτι σας. Δεν σας κανει καλο να μενετε εδώ. Καληνυχτα.» ειπε η κοινωνικη λειτουργος και εφυγε βιαστικη.
Η Αλεξανδρα προχωραει μηχανικα, σαν να μην συνειδητοποιει το τι κανει και καθεται στο καναπεδακι του διαδρομου. Κοιταζει τον Χριστοφορο που είναι λιγο πιο περα, ακινητος ακομα και χαμενος.
«Τι θα κανω;» ρωτησε.
Η ερωτηση απευθυνεται μαλλον στον εαυτο της, αλλα εχει αναγκη από μια απαντηση που δεν μπορει να δωσει η ιδια. Πανικοβαλλεται.
«Χριστοφορε τι θα κανω τωρα;» φωναζει.
Ο Χριστοφορος βγαινει από τις σκεψεις του και την κοιτα.
«Ε; … Παμε –παμε να φυγουμε από δω. Σε παρακαλω» της ειπε.
Η Αλεξανδρα τον κοιταζει. Δεν μπορει να καταλαβει τι`ναι αυτό που τον εχει κανει ετσι ξαφνικα. Διχνει κομματια.
«Δεν μπορω να μεινω άλλο εδώ»
«Και που να παμε;»
«Δεν ξερω, καπου αλλου, οπουδηποτε»
«Δεν νομιζω ότι…»
Ο Χριστοφορος όμως δεν την αφηνει να τελειωσει τη φραση της. Είναι ταραγμενος, σαν να ασφυκτια στον στενο, λευκο διαδρομο, οι λεξεις του βγαινουν αργες, κοφτες από εντονες ανασες και τα ματια του δεν την βλεπουν πια. Κοιταζουν προς το μερος της, ναι, αλλα δεν την βλεπουν.
«Ξερω … ένα μπαρακι … κοντα στο σπιτι μου. Αν θες… παμε για ένα ποτο. Θα … θα μας κανει καλο» της ειπε τελικα.

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

ΤΡΕΙΣ ΜΟΙΡΕΣ (μερος 1ο)



Ο ανθρωπος είναι ζωη. Η ζωη είναι Μοιρα.

Τρεις ανθρωποι. Τρεις ζωες. Τρεις Μοιρες. Κλοθω, Λαχεσις, Ατροπος.
Πιστευεις στη Μοιρα;
Αλεξανδρα. 37 χρονων. Χωρισμενη. Μονη. Πολύ.
Χριστοφορος. 32 χρονων. Από τους τελευταιους του ειδους των ανθρωπων.
Ελευθερια. 8 χρονων. Ελπιζει ακομη.
…Κανενας από τους τρεις, ποτε, δεν θελησε να πιστεψει στη Μοιρα.

Η Αλεξανδρα.
Διευθυντρια εκδοτικου οικου. Από καλη οικογενεια. Ποτε δεν της ελειψε τιποτα. Πηγε στα καλυτερα σχολεια, εκανε αυτό που ηθελε, είναι επιτυχημενη. Παντρευτηκε τον αντρα που καποτε αγαπησε πολύ. Ειχε τα παντα. Εκτος από το ένα πραγμα που ηθελε πραγματικα. Το ένα και μοναδικο πραγμα, στο οποιο θα εβρισκε καποιο νοημα. Ποσο αγαπουσε τα παιδια. Ανεκαθεν…
Ο Χριστοφορος.
Ο Χριστοφορος είναι… ελευθερος. Ζει μονος σε μια γκαρσονιερα με τον σκυλο του. Δουλευει από`δω κι από`κει, ισα ισα για να`χει κατι να τρωει και είναι συλλεκτης βιβλιων. Δεν περιμενει τιποτα. Παρατηρει απλως τη ζωη. Κι ετσι μαθαινει. Μαθαινει τα πραγματα που όταν ζεις, δεν μπορεις ποτε να δεις.
Η Ελευθερια.
…είναι το πιο γλυκο, εξυπνο και ωριμο πλασμα του κοσμου. Οι γονεις της σκοτωθηκαν σ`ένα ατυχημα οτα εκεινη ηταν μολις δυο. Από τοτε την μεγαλωνει ο παππους της, ο μοναδικος ανθρωπος που εχει στον κοσμο. Ζουν πολύ φτωχικα, σ`ένα υπογειο, κι η Ελευθερια πουλαει λουλουδια. Ξερει όμως ότι ζει στην πιο ζεστη κι αγαπημενη οικογενεια του κοσμου.

Η Αλεξανδρα ειχε γνωρισει τον Μιχαλη –τον αντρα της- όταν ηταν 22, σ`ένα απ`αυτά τα κοσμικα παρτυ που κανουν οι ανθρωποι του κυκλου της. Τον ερωτευτηκε πολύ. Τον αγαπησε πολύ. Παντρευτηκαν μεσα σε εξι μηνες. Πολύ ομορφο ζευγαρι. Τοσο ταιριαστοι. Ομορφοι, πλουσιοι, επιτυχημενοι, και οι δυο. Ολοι τους ζηλευαν.
Δεκαπεντε χρονια μετα όμως, σημερα δηλαδη, τιποτα δεν είναι το ιδιο. Είναι απλως δυο ξενοι. Κλεισμενοι μεσα σ`ένα σπιτι. Ένα παλατι. Μια φυλακη πολυτελειας που ισως να εχει δημιουργηθει από τους ιδιους. Ο Μιχαλης μιλαει μονο για δουλειες. Η Αλεξανδρα κουραστηκε ν`ακουει για δουλειες. Δε μιλανε πια ανθρωπινα. Κάθε μέρα οι ιδιες, βαρετες κι ανουσιες συζητησεις. Κάθε μέρα αυτές οι ατελειωτες κοσμικες δεξιωσεις. Κι εκεινη περιτριγυρισμενη από ένα ματσο μαλακες στους οποιους πρεπει να αποδειξει για καποιο γαμημενο λογο ποσο ευτυχισμενη είναι!
Ποσα χρονια προσπαθει να κανει ένα παιδι; Ουτε που θυμαται πια. Αν ειχαν ένα παιδι όλα θα ηταν αλλιως. Ποτε δεν θα γινοντουσαν ολες αυτές οι ματαιες και ατελειωτες συζητησεις με τον Μιχαλη. Συζητησεις που αντι να τους ενωνουν, τους χωριζουν. Τους εκαναν ξενους.
Ο Μιχαλης ποτε δεν δεχτηκε να δει έναν γιατρο. Ο αντρικος εγωισμος και η αλλαζονεια που του προσεδιδε η κοινωνικη του ταξη ποτε δεν του το επετρεψαν. Επεισε τον εαυτο του πως ειχε ότι ηθελε. Πως δεν χρειαζοταν κανενα παιδι. Κι όμως… όταν γνωριστηκαν ποσο το ηθελε κι εκεινος! Αλλα δεν εχει καμια σημασια πια.
Η Αλεξανδρα πηγε μονη της στον γιατρο. Κριμα. Το προβλημα είναι δικο της. Πηγε και σε δευτερο… Και σε τριτο. Ολοι της το επιβεβαιωσαν.
Οποτε προσπαθησε να κανει συζητηση με τον Μιχαλη για εξωσωματικη, υιοθεσια, ή οτιδηποτε άλλο, παντα κατεληγε σε τσακωμο. Η κατασταση δεν πηγαινε άλλο. Πηγαν σε δικηγορο. Συνεναιτικο.
Εκεινη την ημερα, μπηκε η τελευταια υπογραφη.

Ο Χριστοφορος αυτόν τον καιρο δεν δουλευει.
Ξαναδιαβαζει όλα τα αγαπημενα του βιβλια και βγαινει από το σπιτι του μονο για να βγαλει βολτα τον Μπομπι –το σκυλο του- ή για να παρει τσιγαρα.
Ποσο διαφορετικα σου φαινονται καποια πραγματα μεγαλωνοντας. Ειχε διαβασει τις Αποψεις ενός κλοουν στα δωδεκα και ειχε βαρεθει παρα πολύ. Τωρα, του φαινοταν απιστευτο βιβλιο, από τα καλυτερα που εχει διαβασει. Μετραει αλλιως βλεπεις τωρα. Από τοτε…
Στο σχολειο, ηταν συμμαθητης με μια κοπελα. Την ελεγαν Ελευθερια. Ηταν το πιο ομορφο και παραξενο πλασμα που ειχε συναντησει ποτε του. Την ερωτευτηκε τρελλα. Την αγαπησε τρελλα. Δυσκολευτηκε παρα πολύ για να την πεισει, η Ελευθερια παντα φαινοταν να ζει σ`έναν δικο της κοσμο, ο Χριστοφορος τα καταφερε όμως και καποτε υπηρξαν πολύ ευτυχισμενοι. Ηταν αχωριστοι, πλασμενοι τελικα ο ενας για τον άλλο.
Ηταν μαζί από τα 15, και θα ηταν ακομη και σημερα μαζί και πιο ευτυχισμενοι από ποτε. Κατά καποιο τροπο βεβαια… είναι, ακομη μαζί. Η Ελευθερια στα 23 παρουσιασε ένα προβλημα υγειας. Το παλεψε, το παλεψαν και οι δυο. Στα 24 η Ελευθερια ηταν ηδη αγνωριστη, ειχε καταρρακωθει, και λιγο πριν τα 25 πεθανε.
Ο Χριστοφορος από τοτε δεν εχει κανει σχεση. Καμια γυναικα δεν θα είναι ποτε σαν κι εκεινη. Η θεση της επρεπε να μεινει ανεπαφη. Γι`αυτό και τωρα καταλαβαινει… Ένας θλιμμενος κλοουν, να περιφερεται αεναα από στενο σε στενο κουβαλωντας μονο την αναμνηση μιας γυναικας, αυτό που ηταν καποτε ευτυχια. Αυτό που ηταν καποτε κι ο ιδιος ο Χριστοφορος. Ποσο ταυτιζεται τωρα με τον κλοουν του Μπελ.
Ο Μπομπι ηταν της Ελευθεριας. Τον ειχε παρει μικρο κουταβι ακομα… Ο Μπομπι τωρα είναι πολύ γερος, αλλα για τον Χριστοφορο, είναι ότι του εχει απομεινει.
Εκεινη την ημερα, τον ειχε βγαλει για την πρωινη τους βολτα.

Η Ελευθερια, τα τελευταια εξι χρονια, και ουσιαστικα από τοτε που θυμαται τον εαυτο της, ζει με τον παππου της σ`ένα υπογειο καπου στην Ομονοια. Δεν πηγε ποτε της σχολειο και ο παππους της προσπαθει να της μαθει να γραφει και να διαβαζει από κατι παλια βιβλια με παραμυθια που διαβαζε στην κορη του. Τη μαμα της Ελευθεριας.
Ο παππους της είναι πια πολύ γερος για να δουλεψει κι ετσι η Ελευθερια πουλαει λουλουδια για να ζησουν. Και οι δυο.
Η ζωη της είναι πολύ δυσκολη, αυτό όμως την εκανε να εκτιμαει από μικρη τα πραγματα που εχουν ουσιαστικη σημασια, κι ετσι δεν της λειπει τιποτα. Είναι ευχαριστημενη και σχεδον σοφη για την ηλικια της. Τα ματια της λαμπουν συνεχως, γεματα από αγαπη και ζεστασια, όχι παραπονο. Ο παππους της την εμαθε πως το σημαντικοτερο πραγμα του κοσμου είναι η καρδια, κι αν η καρδια είναι ζεστη, τοτε ζεσταινουν και τα σπιτικα.
Η Ελευθερια δεν εχει κανεναν φιλο. Από πού αλλωστε, και πως;
Τους ανθρωπους τους εχει μαθει μαλλον μονο από την κακη τους πλευρα. Από αυτους που την παραμεριζουν κάθε μέρα περιφρονητικα όταν εκεινη τους πλησιαζει για να παρουν λουλουδια. Από αυτους που την κοιταζουν με οικτο και της δινουν κερματα χωρις να αγορασουν λουλουδια. Από αυτους που την τσαλαπατανε και την σπρωχνουν γιατι βιαζονται να πανε στις δουλειες τους και το τελευταιο που χρειαζονται είναι να τους παρει ένα τετοιο κοριτσακι από πισω…
Μονο μια κουκλα εχει η Ελευθερια. Ο παππους ειπε πως της την ειχε κανει δωρο ο πατερας της όταν εκεινη ηταν πολύ μωρο. Τωρα πια το κεφαλι της εχει στραβωσει και το ποδι της είναι σπασμενο βεβαια, αλλα η Ελευθερια την εχει παντα μαζί της.
Το μονο που θα ηθελε πολύ να εχει είναι ένα σκυλι. Να μπορει να παιζει μαζί του και να περναει την ωρα της όταν ο παππους είναι κουρασμενος. Τωρα τελευταια είναι ολο και πιο συχνα κουρασμενος.
Εκεινη την ημερα, η Ελευθερια ειχε δει από μακρυα τον Μπομπι, και θελησε να τον χαϊδεψει.

Η Αλεξανδρα οδηγουσε ταραγμενη. Δεν ηθελε να παει στον δικηγορο και ειχε ηδη καθυστερησει. Εστω και συνεναιτικο, όπως και να το κανεις, ένα διαζυγιο είναι παντα οδυνηρο.
Ο Χριστοφορος, ειχε σταματησει μπροστα σ`ένα περιπτερο και διαβαζε τους τιτλους των εφημεριδων. Διπλα του ο Μπομπι περιμενε υπομονετικα. Μια ζωη από πισω του αυτό το σκυλι, ποτε δεν χρειαστηκε λουρι…
Η Ελευθερια από την απεναντι πλευρα του πεζοδρομιου, μ`ένα ματσακι λουλουδια στο χερι, αντιληφθηκε τον Μπομπι. Αρχισε να τον κοιτα και να του κανει διαφορες γκριματσες. Ο Μπομπι κουνουσε την ουρα του.
Η Αλεξανδρα ηθελε τσιγαρο.
Ο δρομος μπροστα της παραδοξως ηταν αδειος. Εσκυψε στιγμιαια προς το διπλανο καθισμα κι από κει στον αναπτηρα του αυτοκινητου.
Ο Χριστοφορος απορροφημενος από τις εφημεριδες δεν αντιληφθηκε τον Μπομπι να φευγει από διπλα του.
Η Ελευθερια προχωρησε προς το σκυλι που της κουνουσε την ουρα και ερχοταν προς το μερος της. Το αυτοκινητο που ερχοταν προς τα εκει ηταν πολύ μικρο για να αποσπασει την προσοχη της.
Όταν η Αλεξανδρα γυρισε το βλεμμα της στο δρομο φρεναρισε αποτομα, αλλα ηταν πολύ αργα. Ο σκυλος απομακρυνθηκε γαυγιζοντας τρομαγμενος και το κοριτσακι βρισκοταν ξαπλωμενο στη μεση του δρομου κι αιμοραγουσε. Ένα ματσακι λουλουδια ηταν πεταμενο λιγο πιο περα.
Το φρεναρισμα και τα γαυγισματα του Μπομπι τραβηξαν την προσοχη του Χριστοφορου. Ειδε το κοριτσακι αιμοφυρτο στη μεση του δρομου και τη γυναικα του αυτοκινητου να στεκεται από πανω του κλαιγοντας πανικοβλητη. Ετρεξε προς το μερος τους ενώ ο Μπομπι πλησιαζε και παλι προς τα κει, ηρεμος αυτή τη φορα.
Ο Χριστοφορος εσκυψε πανω από το κοριτσακι και το χτυπησε ελαφρα στα μαγουλα. Καμια αντιδραση. Η γυναικα εξακολουθει να κλαιει από πανω του πανικοβλητη.
Κανενας άλλος γυρω τους δεν δινει σημασια.
«Δεν… δεν καταλαβα πως εγινε! Ο δρομος ηταν αδειος, εσκυψα να αναψω ένα τσιγαρο και… πεταχτηκε ξαφνικα… Χριστε μου τι θα κανω!»
Η γυναικα μιλουσε μονη της.
«Ένα ασθενοφορο» φωναξε ο Χριστοφορος και η γυναικα μονο τοτε αντιληφθηκε την παρουσια του εκει.
«Ε;»
«Φωναξε ένα ασθενοφορο!»
Η γυναικα τον κοιταξε για μερικα δευτερολεπτα προσπαθωντας να συνελθει.
«Τωρα!» φωναξε ο Χριστοφορος.
«Ναι..»
Η γυναικα σαστισμενη πλησιαζει το αυτοκινητο και ψαχνει το κινητο της. Σχηματιζει ένα νουμερο και περιμενει.
Ο Χρστοφορος πανω από το κοριτσακι ακομη, προσπαθει να το συνεφερει. Ο Μπομπι εχει πλησιασει και του γλειφει το μαγουλο. Το κοριτσακι δεν αντιδρα. Ο Χριστοφορος κοιταζει ανυπομονα τη γυναικα.
«Αναμονη»
«Να την παμε στο νοσοκομειο» της λεει αποφασιστικα.

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

ΤΕΛΟΣ ΧΡΟΝΟΥ



Όταν κοιταξε τη φωτογραφια, σαν να μουδιασε ολοκληρος. Παγωσε. Τα ματια του, που γαλανα, παντα απεπνεαν μια ψυχροτητα, κατι απομακρο… σαν να ζεσταθηκαν. Κατι μεσα του σαν να ζεσταθηκε. Εκει που ακομα κι ο ιδιος πιστευε ότι όλα ηταν νεκρα. Η γυναικα της φωτογραφιας ειχε κατι το μαγικο. Τα μαλλια της μαυρα και το δερμα της λευκο. Ντελικατος συνδυασμος. Τα χειλη της βαμμενα μ`ένα κοκκινο κραγιον που σε μαγνητιζε. Και μαργαριταρια γυρω από το λευκο λαιμο της…
Όλα σε ένα βλεμμα. Μια εικονα. Το παθος σε ολη του την εξαψη… Και δεν την ειχε δει καν ζωντανη μπροστα του ακομα. Μια φωτογραφια ηταν μονο… Τι δυναμη μπορουσε να εχει; Ουτε καν ο ιδιος μπορουσε να υπολογισει για ποση ωρα κοιταζε τη φωτογραφια… Ηταν δευτερολεπτα ή αιωνες;
Η φωνη του Αλκη –του αντρα της και εργοδοτη του- ηχησε βαρια διαλυοντας κάθε σκεψη που ειχε κατακλυσει το μπερδεμενο μυαλο του.
«Τρεις μερες.»
Τρεις μερες. Αυτή ηταν η προθεσμια που του εδωσε ο Αλκης για να κανει τη δουλεια. Ο Χρηστος ενιωσε ξαφνικα ένα κομπο να πνιγει το λαιμο του, το αιμα του να παγωνει και τα ποδια του να κοβονται. Μη μπορωντας να αρθρωσει πολλα πολλα, εγνεψε καταφατικα, και εφυγε. Ειχε συμφωνησει. Σε τρεις μερες, η γυναικα της φωτογραφιας, θα ηταν νεκρη. Ο Χρηστος θα πληρωνοταν πολύ καλά. Γι`αυτό αλλωστε την εκανε αυτή τη δουλεια. Πληρωνεσαι καλά. Ειχε εκπαιδευτει να μη νιωθει ποτε τιποτα ο Χρηστος. Συνηθεια ηταν. Αλλα μια τετοια γυναικα… Αυτή τη γυναικα… πως θα μπορουσε να τη σκοτωσει; Την ελεγαν Μαρια –φαντασου! μεχρι και τ`ονομα της ιερο! και ηταν… 27. Μονο 27!
Όταν εφτασε στο σπιτι του ενιωθε το κεφαλι του να γυριζει. Ουτε που καταλαβε ποτε εφτασε εκει, ποτε τελειωσε μια διαδρομη που συνηθως του φαινοταν αφορητη. Εβγαλε παλι τη φωτογραφια της…
Πανεμορφη γυναικα, από τις γυναικες που ένα βλεμμα μονο μπορουν να σε τρελανουν, ξερουν τον τροπο. Η αθωα προκληση… Ο Χρηστος ηταν παντα ενας αψογος επαγγελματιας. Ο Αλκης το ηξερε αυτό, γι`αυτό και τον προτιμησε για τη συγκεκριμενη δουλεια. Ο Χρηστος δεν θα την αφηνε να τον τρελανει. Ο Αλκης πιστευε πως η Μαρια τον απατουσε, δεν μπορουσε να το διαννοηθει. Κι ακομα κι αν εκανε λαθος… αν η Μαρια ηταν πιστη, ηξερε ότι ανηκε στο ειδος της γυναικας που δεν θα μπορεσει ποτε να εμπιστευει. Ετσι αποφασισε να τη βγαλει από τη μεση. Ο Χρηστος από την άλλη… αναρωτιωταν. Μια γυναικα σαν τη Μαρια, νέα, ομορφη, σεξυ, το αιμα της βραζει, διψαει για ερωτα, για παθος για… μ`έναν αντρα σαν τον Αλκη, πνιγμενο ολη μέρα στις επιχειρησεις του, μεσηλικα, κουρασμενο, έναν αντρα πολύ πλουσιο, ναι… δε θα της ελειπε ποτε τιποτα μαζί του, αλλα έναν αντρα στη δυση του… πώς να μην τον απατησει; Την καταλαβαινε. Τη δικαιολογουσε. Την ερωτευοταν ολο και περισσοτερο, την ηθελε. Δε θα μπορουσε να τη σκοτωσει αυτή τη γυναικα. Όχι σε τρεις μερες, ουτε σε τρεις αιωνες! Ενιωσε μια ξαφνικη επιθυμια για αλκοολ. Δεν ηταν καλο σημαδι. Ο Χρηστος δεν πινει ποτε. Δεν αφηνει τον εαυτο του να πιει. Η επιθυμια για ποτο σε κανει να χανεις σιγα σιγα τον ελεγχο… Δηλωνει έναν ενδομυχο φοβο, ελειψη ψυχραιμιας, και γενικοτερα μια αδυναμια. Η αδυναμια είναι χαρακτηριστικο του ανθρωπου. Ο Χρηστος δεν πρεπει να εχει καμια. Ενας ψυχρος εκτελεστης. Αυτό είναι. Και χρονια τωρα, είναι αψογος σ`αυτό. Αν ο Αγγελος του Θανατου, εχει προσωπο, αυτό είναι του Χρηστου. Και τωρα… για μια γυναικα –ουτε καν! για μια φωτογραφια!, ο Αγγελος του Θανατου αποκτα αδυναμιες. Δεν πρεπει να το επιτρεψει. Σε οποιαδηποτε άλλη περιπτωση, ο Χρηστος, θα ξεκινουσε αμεσως δουλεια. Εκεινη τη στιγμη. Θα πηγαινε, θα παρακολουθουσε, θα εβλεπε, θα μαθαινε, θα σκεφτοταν, και το πολύ μεχρι το απόγευμα της επομενης μερας, η δουλεια θα ειχε γινει. Αυτή τη φορα εμεινε σπιτι του. Θα ξεκινουσε το επομενο πρωι… Δευτερο σημαδι ότι αυτή δεν ηταν μια δουλεια όπως ολες οι άλλες. Ο Χρηστος δεν χαλαρωνει ποτε. Μονο δρα. Αλλα τωρα εχει αρχισει να γίνεται αναβλητικος. Αυριο το πρωι θα ξεκινουσε να παρακολουθει τη Μαρια. Κάθε της κινηση.

Εκεινο το βραδυ, η Μαρια το διασκεδασε. Ειχε κανονισει να βγει με κατι συμφοιτητριες της που πριν παντρευτει εκαναν κολλητη παρεα, αλλα τον τελευταιο καιρο ειχαν ψιλοχαθει… Ειχε πολύ καιρο να γελασει, να χορεψει, να φλερταρει… Ο Αλκης αυτά σκεφτοταν και του καρφωνοταν ολο και περισσοτερο στο μυαλο η ιδεα ότι τον απατουσε. Ποσο να την κρατησεις μεσα μια κοπελα στα 27; Ποσο να την κρατησεις διπλα σου μονο με δεξιωσεις και ακριβα κοσμηματα; Αυτά σκεφτοταν. Ποτε δεν του περασε από το μυαλο ότι η Μαρια μπορει και να τον αγαπουσε πραγματικα. Της φεροταν σαν να ηταν μια πανακριβη κουκλα. Ναι, ακριβη. Ναι, κουκλα. Και ηταν και τα δυο στ`αληθεια γι`αυτόν, αλλα εξακολουθει να είναι μια αγορα.
Η Μαρια παλι… τον Αλκη, τον αγαπησε. Ισως να θαμπωθηκε πολύ στην αρχη, από τη ζωη του –μια ζωη που εκεινη δεν φανταζοταν ποτε για τον εαυτο της- και αυτό τον εκανε να φαινεται γοητευτικος, αλλα αργοτερα ναι, αρχισε να τον αγαπαει. Όταν δεχτηκε να τον παντρευτει, ποτε δεν πιστεψε ότι μια μέρα η σχεση τους θα εφτανε σ`αυτά τα σημεια. Εκεινη να μη μπορει να νιωσει πια τιποτα για τον Αλκη, κι εκεινος… να ζηλευει τοσο πολύ! Φυλακισμενη ηταν. Δεν τον απατησε ποτε. Ισως καποιες φορες να της περασε από το μυαλο, αλλα δεν το εκανε. Δεν είναι ο τυπος της γυναικας που θα κερατωνε τον αντρα της. Να φλερταρει ναι, να παιζει, να προκαλει με τον τροπο της, αλλα όχι να κερατωσει. Δεν εχει νοημα. Όταν θελησει καποιον άλλο αντρα πραγματικα, τον Αλκη απλως θα τον εγκαταλειψει.

Το επομενο πρωι, ο Χρηστος την ειχε στησει εξω από το σπιτι τους. Θα την περιμενε να βγει, και θα την ακολουθουσε. Από τις 8.00 η ωρα ηταν ακινητος, εκει. Πιστος φρουρος. Γυρω στις 11.00 ειδε την πορτα του γκαραζ ν`ανοιγει και τη μαυρη Mercedes να ξεπροβαλλει. Μπροστα ενας κουστουμαρισμενος οδηγος και στο πισω καθισμα η Μαρια να κοιτα εξω από το παραθυρο. Ποσο πιο ομορφη είναι από κοντα! Ο Χρηστος εβαλε μπροστα και ακολουθησε το αυτοκινητο. Προς στιγμην αναρωτηθηκε μηπως ο εραστης της ηταν ο οδηγος, αλλα αυτό ηταν κατι που θα το ανακαλυπτε λιαν συντομως –εάν συνεβαινε! Πηγαν στα μαγαζια. Η Μαρια τριγυριζε κοιταζοντας βιτρινες και ψωνιζοντας με σχεδον προκλητικη αδιαφορια –τιποτα δεν εχει νοημα όταν εχεις τα παντα τελικα… Ο οδηγος λιγο πιο περα, καπνιζε ορθιος διπλα στη Mercedes περιμενωντας. Ο Χρηστος βγηκε από το αυτοκινητο και την ακολουθησε στα μαγαζια. Ειχε έναν απιστευτο αερα αυτή η γυναικα, αυρα… Οσο την πλησιαζε ενιωθε το αρωμα της, ελαφρυ και πικρο μαζί, να τον κατακλυζει… Η Μαρια δεν τον αντιληφθηκε. Ουτε ο οδηγος. Ο οδηγος αλλωστε δεν ηταν εκει για να προσεχει τα βηματα της, δεν την παρακολουθουσε –προς Θεου!, ηταν απλα εκει για να μην μπορει ποτε να παει πουθενα μονη της και χωρις φυσικα να το ξερει και ο Αλκης! Μια χρυση φυλακη ηταν η ζωη της.

Ο Χρηστος την παρακολουθουσε ολοκληρη την ημερα. Μετα τα μαγαζια, πηγαν στην παραλια, οπου η Μαρια εκατσε στην αμμουδια και χαζευε τη θαλασσα με τις ωρες. Ποιος να ξερει τι σκεφτοταν…
Κανει περιεργες σκεψεις κανεις στη θαλασσα. Σαν να συνειδητοποιεις τα πραγματα με μια απιστευτη ευκολια εκει. Δεν είναι καλο αυτό… Ο Χρηστος αναρωτηθηκε τι να`ταν αυτό που κρυβει μεσα της. Να ηταν αραγε κατι πιο βαρυ από το δικο του; Δεν θα μαθαινε ποτε. Μετα γυρισε στο σπιτι και δεν ξαναβγηκε καθολου ολοκληρη την ημερα.
Μα όμως… δεν συναντησε κανεναν! Ολη την ημερα, ο Αλκης ελειπε, και η Μαρια δε συναντησε κανεναν. Μηπως ο Αλκης κανει λαθος; Ναι, αυτό θα είναι! Κανει λαθος! Ο Χρηστος ενιωσε μια τεραστια ανακουφιση. Όταν ο Αλκης μαθει ότι δεν τον απατα, δεν θα εχει κανενα λογο να τη θελει νεκρη, δε θα τη σκοτωσει ο Χρηστος!
«Δε με ενδιαφερει. Η μια μέρα εχει ηδη περασει, μεχρι αυριο θελω να εχεις ξεμπερδεψει.»
Ο Χρηστος δεν πιστευε στ`αφτια του. Μολις ειχε κλεισει το τηλεφωνο με τον Αλκη. Του ειπε ότι η Μαρια δεν τον απατα. Ο Αλκης όμως δεν πτοηθηκε καθολου. Ναι, τη θελει νεκρη. Με κάθε τροπο. Ο Χρηστος εχει αρχισει να τρελλαινεται. Δεν μπορει να το κανει αυτό. Αλλα …από την άλλη, αν δεν το κανει… αν δεν το κανει, ξερει ότι πολύ συντομα ο Αλκης θα κανονισει και τη δικη του δολοφονια. Ο Χρηστος τωρα πια γνωριζει πολλα για να κανει πισω. Το μονο που μπορουσε να κανει ηταν να το καθυστερησει. Αλλα για ποσο; Και τι νοημα θα ειχε; Περισσοτερες βασανιστικες ωρες. Ατελειωτες. Με συνειδηση του ποιος είναι και τι κανει. Όχι, κανενα νοημα. Επρεπε να σκεφτει κατι όμως. Και μαλιστα συντομα. Αυτή τη γυναικα σχεδον την αγαπουσε πια.

Η δευτερη μέρα ξημερωσε –η προθεσμια πλησιαζε ολο και πιο απειλητικα στο τελος της. Ο Χρηστος δεν εκλεισε ματι ολη νυχτα. Σκεφτοταν. Τι; Ουτε κι ο ιδιος εχει καταφερει να απαντησει. Εχει απορρυθμιστει τελειως μ`αυτή την υποθεση. Ερριξε λιγο νερο στο προσωπο του μπας και συνελθει καπως και εφυγε από το σπιτι του. Μπηκε στο αυτοκινητο και ξεκινησε. Σε λιγη ωρα ηταν εξω από το σπιτι της Μαριας. Ειδε τον Αλκη να φευγει και μετα περιμενε. Για δευτερολεπτα του περασε από το μυαλο να σκοτωσει τον Αλκη και να τελειωνει αυτή η υποθεση, αλλα όχι. Αυτό πια ηταν εντελως αντιεπαγγελματικο! Λιγο αργοτερα ειδε τη Μαρια να βγαινει στη βεραντα. Φορουσε μια μεταξωτη ρομπα και τα τελεια μαυρα μαλλια της φωτογραφιας ηταν ακομα αχτενιστα, γεγονος που την εκανε πολύ πιο γλυκια και ανθρωπινη. Ο Χρηστος χαμογελασε ελαφρα στην εικονα της. Την ειδε ν`αναβει τσιγαρο και να χαζευει ποτε στον κηπο, ποτε περα στον οριζοντα. Ο Χρηστος δεν καπνιζει ποτε. Πρεπει να προσεχεις τον εαυτο σου σ`αυτή τη δουλεια, ποτε δεν ξερεις τι μπορει να προκυψει. Σχεδον τη ζηλεψε που ειχε την ελευθερια να το κανει. Θυμηθηκε τοτε που ηταν μικρος… ειχε μανια να καπνιζει κρυφα. Το περιεργο είναι πως όταν το εμαθαν οι δικοι του, σταματησε να του αρεσει τοσο και σε λιγο καιρο το εκοψε. Εχει άλλη γευση το απαγορευμενο. Παντα. Χαμογελασε ξανα, ασυναισθητα αυτή τη φορα. Κι η Μαρια ηταν απαγορευενη. Λιγη ωρα μετα, ο Χρηστος ειδε τη Mercedes να βγαινει από το γκαραζ και να φευγει, με τη Μαρια παντα στο πισω καθισμα, να χαζευει από το παραθυρο. Ο Χρηστος την ακολουθησε. Πηγαν παλι στα μαγαζια. Ο οδηγος περιμενε διπλα στο αυτοκινητο στην ακρη του δρομου, κι η Μαρια περιφεροταν στο δρομο χαζευοντας αδιαφορα από βιτρινα σε βιτρινα. Ο Χρηστος την ακολουθουσε αρκετη ωρα, μια αθορυβη, αορατη σκια λιγα βηματα μονο πισω της, περιμενοντας την καταλληλη στιγμη. Ναι, ηξερε τι ηταν αυτό που επρεπε να κανει, περασε μια ολοκηρη νυχτα ξαγρυπνος μεχρι να το βρει. Η Μαρια μπηκε σ`ένα μαγαζι και τοτε ο Χρηστος κολλησε στην εισοδο περιμενοντας την να βγει. Σε λιγα λεπτα, η Μαρια βγηκε αδιαφορα και σχεδον τον προσπερασε όταν ενιωσε ένα χερι να την σφιγγει δυνατα από το χερι και να την τραβαει. Τρομαξε. Γυρισε και κοιταξε το Χρηστο μ`ένα τιναγμα που παρα λιγο να γινει κραυγη, αλλα εκεινος την προλαβε.
«Εισαι η Μαρια Λαμπρινου.»
Τον κοιταξε παραξενεμενη και τρομαγμενη ακομη.
«Τι θελετε; Ποιος ειστε;»
«Πρεπει να μιλησουμε. Είναι σοβαρο, καπου να μην μας ακουει κανεις. Ελα!»
Πριν η Μαρια προλαβει να αντιδρασει, ο Χρηστος την τραβηξε σ`ένα δρομακι λιγο πιο`κει, παραμερα… Το αυτοκινητο και ο οδηγος δε φαινοταν πια από πουθενα. Η Μαρια, σαστισμενη ειχε αρχισει να φωναζει. Δεν ειχε συνηθισει σε τετοιες συμπεριφορες.
«Σας παρακαλω! Δεν καταλαβαινω, τι σημαινουν όλα αυτά; Γιατι δε μου λετε ποιος ειστε;»
«Κατ`αρχην θα ηταν καλυτερα και για τους δυο μας αν δε φωναζες. Δεν εχω σκοπο να σου κανω κακο, πρεπει απλα να μιλησουμε, να σου πω καποια πραγματα!» προσπαθησε να την ηρεμισει ο Χρηστος. Τον κοιταξε.
«Δεν καταλαβαινω, γιατι…»
Δεν την αφησε να ολοκληρωσει τη φραση της. Εβγαλε από την τσεπη του μπουφαν του τη φωτογραφια της και της την εδειξε. Η Μαρια τον κοιταξε ακομα πιο μπερδεμενη.
«Αυτή μου την εδωσε ο Αλκης. Ο αντρας σου. Μαζί με 50.000€. Προκαταβολη. Μεχρι αυριο θελει να εισαι νεκρη.»
Η Μαρια χαμογελασε. Δεν το πιστεψε, δεν ηταν δυνατον, αυτος ο ανθρωπος της κανει πλακα! Πισωπατησε χαμογελωντας ακομη, δακρυσμενη. Κοιταξε το Χρηστο. Εκεινος στα ματια της ειδε φοβο. Και απελπισια. Καταλαβε πως βαθεια μεσα της η Μαρια ηξερε πως δεν της ελεγε ψεματα.
«Δεν… δεν… δε γίνεται. Ψεματα, μου λες ψεματα!»
«Σου λεω αληθεια!»
«Ο Αλκης μ`αγαπαει!»
«Γι`αυτό ακριβως θελει να σε σκοτωσει.»
«Όχι! Ο Αλκης ποτε δεν… δε θα εκανε κατι τετοιο!»
«Το`χει ξανακανει. Ισως όχι για τη γυναικα του, αλλα το`χει ξανακανει. Και το ξερεις, δεν είναι δυνατον να μην το ξερεις…»
«Ωραια. Και γιατι μου το λες τοτε; Γιατι δεν το κανεις;»
Ο Χρηστος την κοιταξε. Να μια ερωτηση που δεν θα μπορουσε να απαντησει ευκολα.
«Γιατι… δεν θελω να το κανω. Θελω να σε βοηθησω. Αλλα μονος μου δεν εχω τροπο!»
«Τι θες να κανω δηλαδη; Να του πω γιατι αγαπη μου εβαλες εκεινον τον τυπο να με σκοτωσει; Σε παρακαλω, μην το κανεις!»
«Ναι, δεν είναι αστειο! …Μαρια, προσπαθησα να του αλλαξω γνωμη, να του μιλησω, να τον πεισω ότι κανει λαθος, αλλα δεν καταλαβαινει, είναι αποφασισμενος. Κι εμεις, δεν εχουμε καθολου χρονο!»
Η Μαρια τον κοιταξε. Για λιγες στιγμες επικρατησε μια βαθεια σιωπη, που εμοιαζε ατελειωτη. Τα ματια της ειχαν αρχισει να βουρκωνουν. Ο Χρηστος τα κοιταγε, ανικανος να κανει το παραμικρο, εκτος από το να ποναει για τη μοναδικη γυναικα που θελησε και ηταν καταδικασμενος αργα ή γρηγορα να σκοτωσει. Εκεινη, εστρεψε αλλου το βλεμμα της, δεν ηθελε να τον κοιταει πια. Μαλλον ειχε καταλαβει. Και ουτε η δικη της θεση ηταν ευκολη. Αναψε ένα τσιγαρο το οποιο αρχισε να πηγαινοερχεται σχεδον νευρωτικα στο στομα της. Μεχρι που γυρισε ξαφνικα και τον κοιταξε παλι. Χαμογελωντας μαλιστα! –αν και με το ζορι.
«Εσενα πως σε λενε;»
Την κοιταξε ξαφνιασμενος. Οι αμυνες που εχουν τελικα καποιοι ανθρωποι μπορει να είναι εως και επικινδυνες!
«Χρηστο».
«Και γιατι την κανεις αυτή τη δουλεια;» …σιωπη παλι. «…ειχα διαβασει καπου, δε θυμαμαι που, ότι … ο θανατος λεει, είναι αρρηκτα συνδεδεμενος με την ηδονη. Δεν το καταλαβα τοτε… πως γίνεται κατι τετοιο δηλαδη. Εσύ; Το καταλαβαινεις;»
«Δεν ξερω, δεν το`χω σκεφτει…»
«Αν δεν νιωθεις ετσι γιατι να σκοτωνεις ανθρωπους που ουτε καν γνωριζεις; Κι αν …νιωθεις ετσι, γιατι δε σκοτωνεις κι εμενα; Τοσο πολύ διαφερω;»
Ο Χρηστος εστρεψε αλλου το βλεμμα του. Ειχε αρχισει να τον κουραζει παρα πολύ ολη αυτή η ιστορια.
«Δεν νομιζω ότι μπορει να οδηγησει καπου αυτή η κουβεντα… Και δεν την καταλαβαινω κιολας! Και πιστευω ότι δεν σε αφορα –ειδικα αυτή τη στιγμη- το τι κανω εγώ.»
«Ναι, εχεις δικιο. Με αφορα μονο το αν θα ζησω ή θα πεθανω. Κι αυτό, απ`ότι φαινεται, θα είναι μαλλον δικη σου αποφαση.»
«Μιλας παντα τοσο κυνικα;»
«Ποτε δεν καταλαβα γιατι η αληθεια θεωρειται κυνισμος.»
«Όχι η αληθεια, ο τροπος που τη λες.»
«Τοτε ναι.»
«Γιατι;»
«Συνηθεια είναι. Όταν συνειδητοποιησεις καποια πραγματα, δεν εχεις τι άλλο να κανεις, από το να τα πεις με τ`ονομα τους. Δεν είναι παντα ευκολο, αλλα όταν δεν εχεις τιποτα άλλο να χασεις, αυτό γίνεται…»
«Εχεις κατι να χασεις.»
«Μονο τη ζωη μου.»
«Ναι, οκ, λοιπον… επειδη εχω αρχισει να μη βγαζω ακρη μαζί σου, εχω μια λυση και νομιζω ότι είναι η μοναδικη. Και μαλλον και η καλυτερη.» …η Μαρια τον κοιταξε αδιαφορα περιμενοντας ν`ακουσει τη συνεχεια. «…Θα εξαφανιστεις. Θα φυγεις καπου μακρυα, χωρις ν`αφησεις κανενα ιχνος, κι εγώ θα του πω ότι σε σκοτωσα.»
«Α… Και μετα; Τι εχω;»
«Μια καινουρια ζωη!»
«Τοσο απλα;»
«Με τα 150.000€ της αμοιβης μου. Φτανουν για αρχη νομιζω…»
«Τοσο κοστιζω λοιπον…»
«Μαρια! Σε παρακαλω! Θες να σε βοηθησω ναι, ή όχι;»
«Δεν ξερω. Εσύ πως θα ενιωθες αν μαθαινες ότι η γυναικα σου εχει πληρωσει 150.000€ για να πεθανεις;»
«Ναι ή όχι;»
«Όχι.»
Ο Χρηστος ειχε αρχισει να απελπιζεται. Δε μπορουσε να καταλαβει. Ηταν παραξενη αυτή η γυναικα. Κι αυτό τον εκανε να τη θελει ακομα περισσοτερο. Αν της ελεγε την αληθεια; Μπα… Την ειχε ηδη καταλαβει, ηταν πολύ εξυπνη για να μην καταλαβει. Γιατι αρνηθηκε όμως; Γιατι… Τοσο λιγη σημασια εχει γι`αυτην η ζωη της; Ποσο δυστυχισμενος πρεπει να είναι καποιος για να μην τον νοιαζει αν θα ζησει ή θα πεθανει; Βεβαια… ο Χρηστος δεν πιστεψε ότι δεν την ενοιαζε. Απλα… καπου εχει μετανιωσει. Για τις επιλογες της. Και μετα προφανως εμεινε φυλακισμενη σ`αυτές. Ισως μεχρι ένα σημειο να την καταλαβαινε, αλλα τι μπορουσε να κανει; Η Μαρια εφυγε βιαστικα χωρις να τον αφησει να της πει τιποτα άλλο.
Ο Χρηστος, λιγο αργοτερα τηλεφωνησε στον Αλκη. Θα προσπαθουσε να κερδισει λιγο χρονο ακομη, επιχειρωντας μια τελευταια απεγνωσμενη προσπαθεια να σωσει τη γυναικα που ηξερε πια πολύ καλά ότι του αλλαξε τη ζωη. Εστω και αθελα της.
«Δεν εχω την ευκαιρια να το κανω, δε μενει ποτε μονη! Όταν βγαινει εξω είναι συνεχεια μαζί μ`αυτόν τον οδηγο και στο σπιτι δεν μπορω να πλησιασω, το`χεις κανει φρουριο!» ειπε στον Αλκη.
«Χρηστο, ξερουμε και οι δυο παρα πολύ καλά, πως όταν θελεις κατι το καταφερνεις. Εχεις καταφερει πολύ δυσκολοτερα πραγματα. Λοιπον… ο χρονος τρεχει κι εγώ περιμενω.»
Ο Αλκης του εκλεισε το τηλεφωνο.

Η Μαρια εκεινο το βραδυ περιμενε τον Αλκη να γυρισει από τη δουλεια. Ειχε πολύ καιρο να το κανει αυτό, θα ηταν μια εκπληξη για εκεινον. Εβαλε ένα διαφανο νυχτικο, ψηλα τακουνια, κι εκεινο το γλυκοπικρο αρωμα, που όπως τρελλανε το Χρηστο, τρελλαινε και ολους τους υπολοιπους αντρες. Αλλωστε, όπως ειπαμε, η Μαρια είναι μια γυναικα που εχει παντα τον τροπο. Για όλα. Ολο το απόγευμα εκανε αλλαγες στο σπιτι. Εβαλε την κυρια Ελενη, την καμαριερα να τριψει και να γυαλισει καλά όλα τα πατωματα και τις σκαλες μ`εκεινο το φαρμακο που τα κανει να λαμπουν. Να βαλει πολύ από το φαρμακο της ειπε. Και αλλαξε και θεση στη γλαστρα με το φυκο –εκεινη που ειχε ντυσει με καθρεφτη… την εβαλε στη γωνια της σκαλας, πηγαινε καλυτερα εκει…Η κυρια Ελενη την κοιταζε περιεργα αλλα δεν της εφερε αντιρρηση. Όταν ο Αλκης μπηκε μεσα ξαφνιαστηκε. Το σπιτι ηταν σκοτεινο. Η φιγουρα της Μαριας, που καπνιζε μισοξαπλωμενη στον καναπε, διαγραφοταν με το ζορι. Το τζακι πισω της εκαιγε –περιεργο, η Μαρια ποτε δεν αναβε το τζακι, και μια ερωτικη μουσικη ακουγοταν από το στερεοφωνικο. Ο Αλκης την κοιταξε παραξενεμενος.
«Μαρια;»
Η Μαρια σηκωθηκε και τον πλησιασε με βημα σταθερο και προκλητικο. Τον αγκαλιασε τριβοντας το ένα της ποδι γυρω από τους μηρους του και με φωνη αισθησιακη ψιθυρησε μεσα στο αφτι του.
«Εχουμε πολύ καιρο να περασουμε καλά εμεις οι δυο, δε νομιζεις;»
Αρχισε να τον φιλαει και του εβγαλε το σακακι. Ο Αλκης ειχε σαστισει. Ανταποκριθηκε στο φιλι της και την ακολουθησε πιστα καθως τον τραβαγε από τη γραβατα. Η Μαρια αρχισε να ανεβαινει την καλογυαλισμενη από το απόγευμα σκαλα γατζωμενη γερα από το καγκελο και τραβωντας τον Αλκη μαζί της. Όταν εφτασαν στο κεφαλοσκαλο, και η Μαρια πατησε στο πανω πατωμα, σταματησε και τον κοιταξε. Ο Αλκης την κοιταζε κι αυτος ξαναμμενος και περιμενε την επομενη κινηση. Η Μαρια εγειρε προς το μερος του.
«Θυμασαι στο ταξιδι του μελιτος;» του ψιθυρισε… «σου ειχα δωσει μια υποσχεση. Και θα την κρατησω.»
Ο Αλκης την κοιταξε παραξενεμενος για μια στιγμη –ισως και να του περασε από το μυαλο αυτό που πραγματικα συνεβαινε. Η Μαρια χαμογελουσε ηρεμη και γλυκεια, μ`ένα χαμογελο τοσο ηρεμο που ηταν σχεδον αποκοσμο. Ο Αλκης ενιωσε να φοβαται. Η Μαρια εγειρε και τον φιλησε στο στομα. Ο Αλκης μπερδευτηκε πιο πολύ τωρα… Η Μαρια φιλωντας τον ακομη, τον εσπρωξε με δυναμη από τη σκαλα. Ο Αλκης δεν προλαβε να αντιδρασει, να καταλαβει. Σε δευτερολεπτα βρεθηκε πεσμενος στη γωνια της σκαλας με το κεφαλι του ανασηκωμενο ελαφρα και ανοιγμενο καθως ειχε βρει στον καθρεφτη της γλαστρας που εσπασε. Το πατωμα γεμισε αιματα. Τα ποδια του ηταν γυρισμενα περιεργα προς τα μεσα και μαλλον ειχαν σπασει. Τα ματια του ανοιχτα, μπορουσε ακομα να διακρινει καποιες θολες φιγουρες, και η ανασα του αργη και βαρια. Ηταν ζωντανος ακομη. Αλλα ηξερε πως δεν θα ηταν για πολύ. Η Μαρια κατεβηκε τη σκαλα και τον πλησιασε με σταθερα βηματα. Εσκυψε από πανω του χαμογελωντας.
«Το επομενο ταξιδι θα στο κανω δωρο… Θυμασαι που στο ειχα υποσχεθει;»
Ο Αλκης προσπαθησε κατι να πει αλλα δεν τα καταφερε. Ξεψυχησε μονο, βλεποντας τη Μαρια, σκυμμενη από πανω του να χαμογελαει.
Η Μαρια, όταν βεβαιωθηκε πως ο Αλκης πεθανε, αναψε τα φωτα, κατεβηκε βιαστικα και το υπολοιπο της σκαλας και με εμφανη τα σημαδια του τρομου και της αγωνιας εκανε ένα τηλεφωνημα.
«Ναι… 166; Ελατε γρηγορα! Ο αντρας μου! Γλυστρησε!»
Εκλεισε το τηλεφωνο και χαμογελασε ξανα στη θεα του πτωματος του Αλκη. Σε λιγο θα ερχοταν και η αστυνομια –λογικα! Ο Αλκης ειχε παρα πολλα λεφτα, δεν θα το αφησουν ετσι απλα. Το καλο είναι πως ολοι γνωριζουν την αδυναμια που ειχε στη γυναικα του κι εκεινη σ`αυτόν! Η Μαρια θα εκλαιγε με αναφιλητα, θα ηταν πολύ-πολύ ταραγμενη, ισως και να λιποθυμουσε καποια στιγμη στον ωμο ενός γοητευτικου αστυνομικου… Θα τους εξηγουσε ότι σχεδιαζε να περασουν μια ερωτικη βραδια γιατι ειχαν τοσο καιρο να μεινουν οι δυο τους και το ηθελαν τοσο πολύ… Θα τους εξηγουσε ποσες επανειλημενες παρατηρησεις ειχε κανει στην κυρια Ελενη για το γυαλιστικο, γλυστραει τοσο πολύ αυτό το πραγμα! Αλλα η κυρια Ελενη εχει μανια με την καθαριοτητα, δεν καταλαβαινει τιποτα –ξερετε τωρα πως είναι κατι τετοιες… Η κυρια Ελενη δε θα μιλησει. Η Μαρια επεμεινε να παρει αδεια για κανα δυο βδομαδες να παει στο χωριο της, και τα λεφτα που πηρε από τη Μαρια εκεινο το απόγευμα όταν εφυγε… της φτανουν για να ζουν μεχρι και τα εγγονια της την καλυτερη ζωη! Δεν καταλαβε εκεινη τη στιγμη γιατι της τα εδινε η Μαρια, αλλα αφου επεμενε τοσο πολύ, ε; εκεινη χαζη ηταν να μην τα παρει; Όχι… αποκλειεται να μιλουσε. Η Μαρια επεσε παρα πολύ μεσα στις προβλεψεις της. Βεβαια, παντα τους αντρες τους επαιζε στα δαχτυλα… ότι παραμυθι εσκαγε, εκεινοι το ετρωγαν! Ολοι λυπηθηκαν παρα πολύ την καημενη τη χηρα του Λαμπρινου… τοσο νέα, τοσο γλυκια, τοσο ομορφη… και ηταν αγαπημενο ζευγαρι πολύ! Κριμα…

Ο Χρηστος ακουσε στις ειδησεις για τον αιφνιδιο θανατου του γνωστου επιχειρηματια Αλκη Λαμπρινου, όταν επεσε από τη σκαλα ένα μολις βραδυ πριν ο Χρηστος σκοτωσει τη γυναικα του… Ο Χρηστος χαμογελασε. Καταλαβε. Μωρε μπραβο το Μαρακι! Την επομενη μέρα θα γινοταν η κηδεια.
Ο Χρηστος πηγε. Δεν πλησιασε καθολου, ετσι κι αλλιως ποτε δεν μπορουσε την πολυκοσμια. Σταθηκε παραμερα, πισω από ένα δεντρο λιγο πιο περα. Ειδε τη Μαρια να σπαραζει στον ωμο του δικηγορου της που θα αναλαμβανε και ολη τη διαχειρηση της περιουσιας που περασε στα χερια της, γιατι εκεινη –ω! ποσο αθωα ηταν! δεν ειχε ιδεα! Η Μαρια τον ειδε το Χρηστο. Κατεβασε ελαφρως τα γυαλια της και τον κοιταξε. Τα ματια της γελουσαν. Ο Χρηστος της χαμογελασε κι εκεινος από μακρυα, και τοτε, ηταν η στιγμη που καταλαβε, γιατι ειχε αγαπησει αυτή τη γυναικα. Ποσο ευκολα, εξυπνα και απενοχοποιημενα μπορουσαν και οι δυο να σκοτωνουν! Εμοιαζαν. Ο Χρηστος γυρισε την πλατη και αρχισε να απομακρυνεται χαμογελωντας. Ηταν σιγουρος πως μια μέρα, θα την ξανασυναντουσε.

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

ΘΑΡΡΟΣ Ή ΑΛΗΘΕΙΑ (μερος 4ο)



«Περιμενε!» μου φωναξε. «Κατερινα, περιμενε!»
«Τι;» γυρισα αποτομα και την κοιταξα.
«Αφου είναι μαλακες το ξερεις! Δεν ειδες πριν με μενα; Ελα, παιχνιδι είναι…
«Να σας αφησω να το παιξετε τοτε! Οσο πιο λιγοι τοσο καλυτερα! Και που ξερεις… μπορει στο τελος να καταληξετε τα δυο σας με τον Παναγιωτη!»
«Δεν το πιστευω ότι μου το χτυπας αυτό! Κατι επρεπε να πω! Το ξερεις… Δεν θα εκανα ποτε κατι μαζί του!»
«Να ελεγες ψεματα! Ετσι κι αλλιως κανεις δεν θα ηξερε τη διαφορα! Είναι μαλακια αυτό το παιχνιδι!»
«Εισαι μαλακισμενη κοριτσακι μου;» ακουσαμε ξαφνικα την εξοργισμενη φωνη του Βασιλη, ο οποιος ηρθε τρεχοντας προς το μερος μας και μαλιστα με αγριες διαθεσεις.
«Πρωτον, δεν ειμαι κοριτσακι σου!» του ειπα, «δευτερον, αν καποιος είναι μαλακας, αυτος εισαι εσύ!»
«Πας καλά; Τι κανεις ετσι; Λες και δεν σε βλεπω τι κανεις ολο το βραδυ!»
«Τι κανω;»
«Αφου το σεξ είναι μια ευχαριστη διαδικασια!» ειπε κοροϊδευτικα μιμουμενος τη φωνη μου.
«Είναι! Όταν δεν είναι μαζί σου!» του ειπα.
«Μη μου κολλας…» μου απαντησε και με τραβηξε με δυναμη προς το μερος του.
«Ρε παιδια, τι εγινε τωρα; Κοφ`τε τις μαλακιες! Ηρθαμε να περασουμε καλά!» ειπε η Αθηνα προσπαθωντας να ηρεμισει τα πνευματα.
«Ξερεις κατι;» του ειπα, «είναι πραγματικα πολύ ευχαριστη διαδικασια το σεξ. Τραβα και γαμησου με το φιλαρακο σου λοιπον!» του ειπα και ενιωσα το χερι του να σκαει με ολη του τη δυναμη στο μαγουλο μου. Επεσα κατω.
Η Αθηνα αρχισε να φωναζει. Σε κλασματα δευτερολεπτου εμφανιστηκε ο Παναγιωτης. Με ειδε πεσμενη κατω να μην ξερω από πού μου ηρθε και ορμησε στον Βασιλη. Αρχισαν να πλακωνονται. Η Αθηνα κι εγώ μπηκαμε στη μεση προσπαθωντας να τους σταματησουμε.
«Ζητα της συγγνωμη τωρα!» ουρλιαζε ο Παναγιωτης.
«Αντε γαμησου!» απαντησε ο Βασιλης και οι μπουνιες συνεχιζαν να πεφτουν βροχη.
Η Μινα, ο Ηλιας και η Χριστινα εμφανιστηκαν κι εκεινοι από τις φωνες. Τα κοριτσια κοιταζαν σαστισμενα. Ο Ηλιας μπηκε στον καβγα και φυσικα προσπαθουσε να βοηθησει τον Βασιλη. Ο Παναγιωτης της ετρωγε για καλά.
«Αστον, παρατα το!» φωναζα στον Παναγιωτη, εκεινος όμως δεν ακουγε.

Λιγη ωρα αργοτερα ειχαμε βρεθει ολοι στο αστυνομικο τμημα. Καποιος από τα διπλανα σπιτια ακουσε τον καβγα και ειδοποιησε την αστυνομια. Ηταν η πρωτη φορα που οι γονεις μου με μαζεψαν από την αστυνομια. Φυσικα η εκδρομη ακυρωθηκε. Ημασταν τυχεροι γιατι ο υπευθυνος αστυνομικος εκεινο το βραδυ ηταν ένας πιτσιρικας ο οποιος μας κρατησε μονο για διαταραξη και εκανε ότι δεν καταλαβε τιποτα από το χορτο που ειχαμε καπνισει ολοι! Αν το ηξεραν οι δικοι μου θα ακυρωνοντουσαν και ολες οι υπολοιπες εκδρομες! Οσο περιμεναμε καταφεραμε να ηρεμισουμε τον Παναγιωτη και τον Βασιλη και το θεμα εληξε εκει…

Ηταν ένα ασυνηθιστο βραδυ. Μαλλον θα το προσπερασουμε ολοι όμως μιας και κανεις δεν αντιληφθηκε πληρως από πού ξεκινησαν όλα, και το επομενο καλοκαιρι, σε μια άλλη εκδρομη, σε άλλο σπιτι και με άλλη παρεα, σιγουρα καποιος θα προτεινει:
«Παιζουμε θαρρος ή αληθεια;»
Και ολοι θα δεχτουμε να παίξουμε…

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

ΘΑΡΡΟΣ Ή ΑΛΗΘΕΙΑ (μερος 3ο)



«Θα κανατε σεξ για να παρετε δουλεια; Ή αν ειχατε μια δουλεια, θα καθοσασταν στον προϋσταμενο αν απειλουσε να σας απολυσει;»
Στην αρχη ολοι απλως γελασαμε.

«Απαντας πρωτη εσύ!» της ειπα. «Και μετα παμε ρολοϊ…» Με κοιταξε.
«Όχι» απαντησε απολυτα.
«Αν ηθελες πολύ τη δουλεια;» πεταχτηκε ο Ηλιας.
«Παλι όχι. Νομιζω… Δεν μπορω ρε παιδια, το σεξ θελει συναισθημα!»
Τα αγορια κοιταζονται.
«Τι; Για μας ισχυει αυτό!» δικαιολογηθηκε η Αθηνα.
«Κι εγώ όχι» απαντησε η Χριστινα.
«Εγώ αν ηταν ωραια θα καθομουνα!» …ο Βασιλης.
«Μπορει να είναι αντρας!» ο Ηλιας κι εγώ σχεδον ταυτοχρονα.
«Χα χα, γελασαμε» κοροϊδεψε ο Βασιλης. «Αν ηταν γυναικα –εννοειται!- και ηταν ωραια, θα καθομουνα»
«Το ιδιο κι εγώ» ειπε ο Ηλιας.
«Εγώ δεν θα καθομουνα», ο Παναγιωτης.
«Εσύ εχεις τη Φενια!» του ειπα.
«Ασχετα με τη Φενια…»
«Ουτε εγώ θα καθομουνα!» απαντησε και η Μινα, «είναι εκβιασμος, και είναι απαισιο!»
«Κατερινα;» με κοιταξε η Αθηνα. Η δικη μου απαντηση ειχε μεινει…
«Αναλογα…»
«Τι αναλογα;» με ρωτησε η Αθηνα, ενώ όλα τα βλεμματα εμοιαζαν να κρεμονται από τα χειλη μου.
«Αναλογα το ποιος θα μου το ζητουσε και τι δουλεια θα ηταν! Εννοω… με καποιον που βρισκεις ωραιο, ή σεξυ, το κανεις και χωρις ανταλλαγματα. Από`κει και περα, αν δεν είναι ωραιος, εξαρταται από το ποσο θελεις τη δουλεια σου! Δεν το θεωρω κακο. Ειδικα στις μερες μας! Κάθε μέρα ανθρωποι πηδιουνται χωρις κανενα συναισθημα. Και το κανουν ακριβως επειδη το πηδημα είναι μια ευχαριστη διαδικασια! Αρα… τι πειραζει να βγαλεις κατι απ`αυτό;»
«Μ`αρεσεις!» μου ειπε ο Βασιλης με πονηρο υφος.
«Και που να με γνωρισεις καλυτερα!» του απαντησα κι ολοι γελασαμε.
«Λοιπον ρωταω!» ανακοινωσα όταν ηρεμισαν τα πραγματα. «Που θα σας αρεσε να κανετε σεξ;»
«Να εχουμε κανει ή να το φαντασιωνομαστε;» ρωτησε ο Ηλιας.
«Το αγαπημενο σου μερος ρε παιδι μου! Θες και διευκρινησεις! Αν το εχεις κανει κιολας με γεια σου με χαρα σου, άλλο ρωταω!» του ειπα.
«Εσύ απαντας πρωτη» παρατηρησε ο Βασιλης με το ιδιο πονηρο υφος.
«Ωραια. Θεωρητικα, στη θαλασσα… ή σε πισινα, σε οποιοδηποτε μερος με νερο. Αλλα ξερω ότι δεν θα το εκανα ποτε.»
«Γιατι;» ρωτησε η Αθηνα.
«Είναι επικινδυνο. Μπορεις να παθεις τιποτα μυκητες και τετοια, ή να κολλησετε και μεταξυ σας! Όπως στο safe sex!» γελασαμε… «Πρακτικα, θα ηθελα να το κανω σε ασανσερ και σε ταρατσα πολυκατοικιας» απαντησα και μετα γυρισα στο Βασιλη κι εγώ με πονηρο υφος «Σε καλυψα;»
Ο Βασιλης με κοιταξε και εσπρωξε την Αθηνα που ηταν σειρα της να απαντησει.
«Στο νεροχυτη»
Ακουστηκε ένα επιφωνημα αποδοκιμασιας απ`ολους μας.
«Σε οποιαδηποτε κοινη θεα» απαντησε ο Ηλιας.
«Το κρεββατι τι εχει ρε παιδια; Εμενα μ`αρεσει το κρεββατι!» ο Παναγιωτης.
«Στην παραλια» απαντησε η Χριστινα.
«Στο πατωμα» η Μινα. «Σε οποιδηποτε πατωμα! Είναι τοσο ωραιο το πατωμα!»
«Στα κρυφα…» απαντησε τελευταιος ο Βασιλης. «Σε οποιοδηποτε μερος δεν μπορεις να φωναξεις ή δεν πρεπει να σε δουν. Ή στο ασανσερ…» και με κοιταξε ξανα.
«Με ποσους εχετε παει;» ρωτησε ο Ηλιας.
«Ελα, μονο τετοια θα ρωτατε τωρα;» διαμαρτυρηθηκε η Αθηνα.
«Τι θες να ρωταμε μωρε, ποιο είναι το αγαπημενο σου χρωμα;» της απαντησε η Μινα.
«Εγώ με 17» απαντησε πρωτος ο Ηλιας, όπως προσταζουν οι κανονες του παιχνιδιου.
«Ναι, σιγα!» γελασαμε ολοι!
«Τι δε με πιστευετε; Μετρανε και οι ξεπετες!»
«Τεσσερις» απαντησε η Μινα «Δεν μετραω ξεπετες, δεν κανω ξεπετες!»
«Τρεις» ο Παναγιωτης.
«Τρεις» η Χριστινα.
«Δυο» εγώ.
«Δεν ξερω» ο Βασιλης.
«Ελα που δεν ξερεις!» διαμαρτυρηθηκαμε.
«Ε δεν ξερω ρε παιδια, αληθεια, δεν τις μετραω! Σχεσεις ειχα εξι, αλλα τωρα το με ποσες εχω παει, άλλο θεμα!»
Εμενε η Αθηνα.
«Αυτές είναι πολύ προσωπικες ερωτησεις! Εγώ μπορει να μην θελω να απαντησω…»
«Θαρρος λοιπον;» ρωτησε ο Ηλιας.
«Θαρρος!» απαντησε αποφασιστικα η Αθηνα.
«Βγαλε το πανω μερος του μαγιω σου!»
«Εισαι μαλακας!» του φωναξε.
«Ελα δε γίνεται! Αυτό είναι το παιχνιδι! Ή απαντας ή βγαζεις το μαγιω! Τι ντρεπεσαι ρε παιδι μου, φιλοι ειμαστε!»
«Με κανεναν δεν εχω παει, ενταξει;» απαντησε τσατισμενη.
Εγινε μια μικρη παυση. Ο Βασιλης και ο Ηλιας κοιταζονταν. Ο Παναγιωτης αποφασισε να ελαφρυνει λιγο την κατασταση με μια πιο ευκολη ερωτηση.
«Ποιο είναι το προσωπο που αγαπατε περισσοτερο; Μπορει να είναι φιλος, γκομενος, οικογενεια, ότι θελετε… Εμενα είναι η μανα μου.»
«Η αδελφη μου» απαντησε η Μινα.
«Οι γονεις μου. Και οι δυο» η Χριστινα.
«Η Κατερινα» απαντησε η Αθηνα πειραγμενη ακομη, και με κοιταξε. Της χαμογελασα.
«Δεν το`χω σκεφτει» απαντησε ο Ηλιας. «Υποθετω η οικογενεια μου, αλλα δεν θελω να μπω στη διαδικασια να διαλεξω καποιον…»
«Δεν ξερω» απαντησε και ο Βασιλης. «Υπαρχουν ανθρωποι που νιωθω να τους αγαπαω κατά καιρους, αλλα …μετα μου περναει. Δεν νομιζω ότι μπορω να αγαπησω πραγματικα. Αν μπορω, σιγουρα δεν το εχω νιωσει ακομη.»
«Κατερινα;» με ρωτησε ο Παναγιωτης.
«Θαρρος» ειπα. «Και μη μου πεις να βγαλω το μαγιο μου!»
«Ωραια, υπαρχουν δυο σκελη όμως! Το πρωτο είναι να κανεις κατι που θα εκνευρισει παρα παρα πολύ τον Βασιλη. Ότι θες εσύ, αρκει να τον κανεις να θελει να σε σκοτωσει! Το δευτερο είναι να μου απαντησεις στην ερωτηση που εκανα. Στ`αφτι. Θα το ακουσω μονο εγώ…»
Τον κοιταξα. Προχωρησα προς το μερος του Βασιλη. Πηρα τον καπνο του και τον αδεισα στα κερια. Εγινε σταχτη σε χρονο ντε-τε! Ο Βασιλης με κοιταζε. Ειχε θυμωσει στ`αληθεια.
«Τελεια, τωρα θα μας ξετρακιασει!» πεταχτηκε η Μινα.
«Όχι. Οσοι κανουν καπνο δεν αντεχουν τα κανονικα τσιγαρα…» της απαντησα χαμογελωντας και κοιταξα τον Βασιλη.
«Δικιο εχει γαμω το κερατο μου!» ειπε ο Βασιλης.
«Περιμενω» μου ειπε ο Παναγιωτης. Τον πλησιασα κι εσκυψα στ`αφτι του.
«Δεν θα σου πω. Ο μονος λογος που ειπα θαρρος ηταν για να μην ακουσεις εσύ ειδικα την απαντηση…»
Ο Παναγιωτης με κοιταξε. Τοσα χρονια ειχα μαθει να κρυβω πολύ καλά τα πραγματικα μου αισθηματα για να αφησω ένα γελοιο παιχνιδι να τα τιναξει όλα στον αερα. Γυρισα στην καρεκλα μου. Ο Παναγιωτης ειχε μεινει μπερδεμενος προσπαθωντας να καταλαβει ακομη τι ηταν αυτό που ισως του εκρυβα. Ποσο ηλιθιοι είναι οι αντρες μερικες φορες…
«Ρωταω!» πεταχτηκε ο Βασιλης. «Με ποιον θα πηγαινατε απ`αυτους που ειμαστε εδώ αποψε;»
Η Χριστινα τον κοιταξε.
«Εσύ; Το ξερεις ότι απαντας πρωτος;»
«Με την Κατερινα» ειπε και με κοιταξε.
«Με τον Παναγιωτη» ειπε η Μινα.
«Με τον Παναγιωτη» απαντησε και η Χριστινα.
«Με κολακευετε, αλλα ειμαι πιασμενος!» εκανε ο Παναγιωτης και γελασαμε.
«Εσύ δεν θα μας πεις;» ρωτησε η Χριστινα τον Παναγιωτη.
«Με την Αθηνα. Αν ημουν ελευθερος…» ειπε και την κοιταξε.
Η Αθηνα κοιταξε εμενα κι εγώ εκεινη. Ηξερε πως ενιωθα.
«Αθηνα, εσυ;» τη ρωτησα.
«Εγώ με τη Μινα» πεταχτηκε ο Ηλιας.
«Αθηνα;» ξαναρωτησα.
«Με κανεναν» απαντησε.
«Ελα, θεωρητικα! Καποιον πρεπει να διαλεξεις!» την πιεσε η Χριστινα.
«Ολοι διαλεξαμε καποιον!» ειπε και η Μινα.
«Θεωρητικα… τον Παναγιωτη» ειπε, και ηθελε να μου ζητησει συγγνωμη, το ηξερα, ειχε ηδη δωσει στον Παναγιωτη όμως το πρασινο φως σε περιπτωση που ηθελε να κανει αταξιες εις βαρος της Φενιας…
«Κατερινα;» με ρωτησε ο Βασιλης που ηξερα πολύ καλά ότι ειχε κανει την ερωτηση μονο και μονο για να μ`ακουσει να λεω το ονομα του. Και μου αρεσε, ηταν αληθεια, αλλα δεν θα του εδινα περισσοτερο θαρρος απ`οσο ηδη ειχε.
«Θαρρος» ειπα.
«Δεν εισαι πολύ ανοιχτος ανθρωπος ε;» μου ειπε. «Είναι η δευτερη φορα που λες θαρρος…»
«Αυτό είναι το παιχνιδι!» του απαντησα.
«Ωραια! Ας παίξουμε τοτε! Θελω… ως αποζημιωση του καπνου μου που καηκε, να με φιλησεις. Κανονικα εννοω…»
Τον κοιταξα. Ολοι οι υπολοιποι ειχαν γουρλωσει τα ματια και περιμεναν. Τον πλησιασα κι εγειρα προς το μερος του. Ενιωσα τα χερια του στους μηρους μου να με τραβανε και να με αναγκαζουν να καθισω στα ποδια του και μετα τα ακροδαχτυλα του να περνανε κατω από τα λεπτα κορδονακια του μαγιο μου. Φιληθηκαμε. Εκανα να τραβηχτω, όμως εκεινος αρπαξε τα χερια μου και με κρατουσε κολλημενη πανω του. Ενιωθα τον πουτσο του να σηκωνεται και προσπαθουσα να τραβηχτω μακρια του μεχρι που αναγκαστηκα να τον δαγκωσω για να μ`αφησει! Εκεινος τιναχτηκε αφηνωντας ένα βογγητο κι επιασε το χειλος του, ενώ εγώ σηκωθηκα και του αστραψα ένα ξεγυρισμενο χαστουκι. Ολοι γελουσαν και χειροκροτουσαν. Εγώ εφυγα τσατισμενη και πηγα στην παραλια. Πισω μου ακουγα τα βηματα της Αθηνας η οποια με ειχε ακολουθησει.
"Περιμενε!"

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

ΘΑΡΡΟΣ Ή ΑΛΗΘΕΙΑ (μερος 2ο)



Λιγο μετα το μεγαλο μπουγελο, χτυπαει το κινητο μου. Ο κολλητος μου, ο Παναγιωτης.
«Παμε για καφε;» μου λεει, «η Φενια εχει παει στους δικους της και βαριεμαι…» Η Φενια είναι η κοπελα του.
«Είμαι Αυλακι στην Αθηνα, γυριζω την Κυριακη» του απανταω.
«Πειραζει να ερθω από`κει» με ρωταει «βαριεμαι παρα πολύ ρε…»
Του ειπα να ερθει και ενημερωσα την Αθηνα. Ο Παναγιωτης και η Αθηνα γνωριζονται, ημασταν μαζί από το δημοτικο. Εκεινη δεν εκανε τοσο πολύ παρεα μαζί του οσο εγώ, αλλα συμπαθιουνται. Ηξερα ότι δεν θα υπηρχε προβλημα. Βεβαια η αφιξη του Παναγιωτη απεκλειε αμεσως τον εξορκισμο των πρωην γκομενων, αλλα θα το καναμε το επομενο βραδυ!
Ειχαμε αρχισει να ετοιμαζουμε το κοκτεϊλ καρπουζι οσο περιμεναμε τον Παναγιωτη. Δεν ξεραμε αν θα μας φτασει όμως, ημασταν περισσοτερα ατομα τωρα. Βεβαια ειχαμε παντα και τις μπυρες, αλλα καλου κακου σφυριξα στον Παναγιωτη να φερει αλλα δυο μπουκαλια βοτκα καθως ερχοταν.
Κοπαναγαμε με μανια τα παγακια γιατι η συνταγη ελεγε «crashed ice», επομενως ο απλος παγος δεν μας εκανε, και στο σπιτι επικρατουσε μια απυθμενη φασαρια, το στερεοφωνικο, οι δικες μας παραφωνες φωνες και τα παγακια που σπανε όταν καταφεραμε να ακουσουμε πανω απ`όλα αυτά, κατι μηχανες να μαρσαρουν. Βγηκαμε στο μπαλκονι. Φορουσαμε ακομη τα μαγιο από το πρωι και η αληθεια είναι πως δεν ειχαμε σκοπο να τα βγαλουμε σε περιπτωση που πηγαιναμε για βραδινο μπανιο. Οι μηχανες σταματησαν στο διπλανο σπιτι. Τα παιδια που κατεβηκαν, ηταν ο Ηλιας, ξαδερφος της Χριστινας, και ο Βασιλης, ο κολλητος του. Δεν τους ηξερα. Η Χριστινα τους ηξερε και τους δυο, ενώ η Αθηνα μονο τον Ηλια κι εκεινο φατσικα… Ο Βασιλης ηταν κουκλος όμως! Η Χριστινα εφυγε από το σπιτι και πηγε να τους συναντησει. Λιγη ωρα αργοτερα, όπως ηταν αναμενομενο, εμφανιστηκαν και οι τρεις μαζί. Ο Βασιλης και ο Ηλιας θα εμεναν στην παρεα μας… Σε κανα μισαωρο εκανε και ο Παναγιωτης τη θριαμβευτικη του εισοδο, ευτυχως με περισσοτερες από δυο βοτκες!
Από`κει που θα ημασταν τεσσερα κοριτσια μονα, βρεθηκαμε με τρια αγορια. Συνολο εφτα, στην παρεα. Γυρω στις δωδεκα το βραδυ, αφου ειχαμε γνωριστει μεταξυ μας και ο παγος ειχε σπασει, αφου ειχε τελειωσει το κοκτεϊλ καρπουζι, οι βοτκες και οι μπυρες, και μολις το τελευταιο τσιγαρο της Μινας ειχε ολοκληρωσει τον κυκλο του από όλα τα στοματα, η Αθηνα, ριχνει την ιδεα:
«Παιζουμε θαρρος ή αληθεια;»
Συμφωνησαμε. Προτρεψαμε την Αθηνα να κανει την πρωτη ερωτηση, εφοσον η ιδεα για το παιχνιδι ηταν δικη της.
«Θα κανατε σεξ για να παρετε δουλεια; Ή αν ειχατε μια δουλεια, θα καθοσασταν στον προϋσταμενο αν απειλουσε να σας απολυσει;»
Στην αρχη ολοι απλως γελασαμε.

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

ΘΑΡΡΟΣ 'Η ΑΛΗΘΕΙΑ; (μερος 1ο)


 
Το παιχνιδι είναι πολύ γνωστο. Το παιζαμε στο δημοτικο μαζί με αλλα και τοτε το θεωρουσαμε πολύ «προχωρημενο», πολύ «σουπερ»! Εχει πολλη πλακα και οι κανονες είναι τοσο απλοι! Καποιος από την παρεα κανει μια ερωτηση, ολοι οι υπολοιποι πρεπει να απαντησουν και να πουν την αληθεια. Αν καποιος δεν θελει να απαντησει, λεει την λεξη «θαρρος» και τοτε αυτος που εκανε την ερωτηση, τον βαζει να κανει κατι που χρειαζεται «θαρρος»!
Στο δημοτικο όλα ηταν τοσο απλα. Οι ερωτησεις ηταν του στυλ «ποιος από την παρεα είναι ο καλυτερος σου φιλος;» και «ποιο αγορακι/κοριτσακι σου αρεσει;» ενώ το θαρρος σημαινε «κανε κουτσο για δεκα βηματα», «κανε δεκα κοιλιακους» ή «δωσε ένα φιλακι στον/ην Ταδε»! Το φιλακι τοτε χρειαζοταν πολύ θαρρος και φυσικα ηταν χωρις γλωσσα.
Το Θαρρος ή Αληθεια το μαθαινεις στο δημοτικο, μαζί με αλλα αναλογα παιχνιδια… Μπουκαλα, Μουσικες Καρεκλες, Αναπτηρα, Ο Κυριος την Κυρια… κι είναι ομορφο
…Μεχρι που ξαφνικα, μια μέρα –ή μαλλον νυχτα(!)- βρισκεσαι μετα από χρονια, ενηλικας, χωρις να εχεις συνειδητοποιησει τι μεσολαβησε, με μια άλλη παρεα, ή ισως και την ιδια του δημοτικου αν εισαι τυχερος, κι αναπολειτε και γελατε με ολες τις χαζομαρες που κανατε παιδια. Καπου εκει είναι που καποιος από την παρεα εχει τη φαϊνη ιδεα:
«Ειστε να το παίξουμε; Θα πεσει πολύ γελιο!»
Ολοι συμφωνουν γιατι το θυμουνται σαν μια πολύ ωραια αναμνηση… Το παιχνιδι ξεκινα ξανα. Μονο που κανεις δεν εχει υπολογισει τη βασικη διαφορα του τοτε με το τωρα, τις διαφορες στον τροπο σκεψης ενός παιδιου, και στον τροπο σκεψης ενός ενηλικου μεν, που δεν εχει ωριμασει αρκετα ακομα δε! Και καπως ετσι, μπλεκεις τα μπουτια σου, η ατμοσφαιρα διαλυεται, και ολοι φευγουν τσακωμενοι, ντροπιασμενοι και τσατισμενοι!
Στον κοσμο των ενηλικων, το Θαρρος ή Αληθεια είναι ένα από τα πιο επικινδυνα παιχνιδια.

Καλοκαιρι 2007. Αυγουστος.
Στο εξοχικο της κολλητης μου, στο Αυλακι.
Διαρκεια εκδρομης: Μια εβδομαδα.
Τεσσερα κοριτσια. Μονα μας. Η κολλητη μου, μια φιλη της από το Πανεπιστημιο, η παιδικη της φιλη των διακοπων από το διπλανο εξοχικο, κι εγώ. Και οι τεσσερις ελευθερες.
Η πρωτη μέρα ηταν ιδανικη.
Πηγαμε στη θαλασσα, καηκαμε για ωρες ολοκληρες κατω από τον ηλιο χωρις αντηλιακο, παιξαμε ρακετες, μπαλα, καναμε πατητες –στη θαλασσα ποτε δεν μεγαλωνεις- και κατά τις πεντε το απόγευμα θυμηθηκαμε να γυρισουμε σπιτι να φαμε. Μετα το φαγητο η κουζινα εμοιαζε βομβαρδισμενη, φυσικα καμια μας δεν μπηκε στον κοπο να τη συνεφερει… Φτιαξαμε καφε και το ριξαμε στα χαρτια. Ειμαστε και οι τεσσερις ανταγωνιστικες και γίνεται πανικος. Τσακωνομαστε αλλα στα χαζα, μοιραια τρεις πρεπει να χασουν! Ευτυχως δεν παιζουμε λεφτα…
Οχτω το βραδυ. Η Αθηνα, η κολλητη μου, θυμαται πως η μανα της ηθελε να ποτιζουμε και τον κηπο μια που θα ειμαστε εκει… Αδραττουμε την ευκαιρια, αρπαζουμε τα λαστιχα και μπουγελωνομαστε. Μεσα στον γενικο χαβαλε, θα γινει και ο κηπος!
Για το βραδυ εχουμε μεγαλα σχεδια! Θα αναψουμε όλα τα κερια στο μπαλκονι, θα βαλουμε τα αγαπημενα μας κοψοφλεβιτικα κομματια, θα τραγουδησουμε, θα χορεψουμε, θα λιωσουμε και θα ξορκισουμε ολους τους πρωην μαλακες γκομενους! Γυρω στις τρεις τεσσερις τα χαραματα που θα`χουμε κουραστει, θα αρχισει η φιλοσοφικη συζητηση η οποια θα μας αναγκασει να περιμενουμε την ανατολη και μετα θα παμε για υπνο.
Η Χριστινα, η φιλη της Αθηνας από το διπλανο σπιτι, εχει βρει μια συνταγη για ένα κοκτεϊλ καρπουζι το οποιο φυσικα θα επιχειρησουμε να φτιαξουμε, ενώ η Μινα, η φιλη της Αθηνας από το Πανεπιστημιο εχει μαζί της και καποια αποθεματα χορτου για ωρα αναγκης! Θα περασουμε τελεια!
...Θα περναγαμε τελεια, αν όλα πηγαιναν βαση σχεδιου.

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

ΜΑΥΡΕΣ ΤΡΥΠΕΣ



Είναι κατι μερες που σε πιανει μια αηδια… ένα πραγμα στο στομαχι, στο μυαλο, μεσα σου παντου, στη ζωη σου ολοκληρη, αηδια… μια τεραστια αηδια που σε κανει να θες να ξερασεις τα παντα, να καταστρεψεις τα ηδη κατεστραμενα προσωπα και πραγματα γυρω σου, να διαλυσεις, να τελειωνεις με το σιχαμα!
Αυτος ο πονοκεφαλος που δεν λεει να φυγει. Ο κομπος στο στομαχι. Οι αϋπνιες, η μοναξια. Το κενο, οι αποριες, τα τσιγαρα που καπνιζεις, τα κλαματα που σε πιανουν ξαφνικα σ`ένα σιωπηλο δωματιο που ποτε τιποτα δεν αλλαζει, οι φωνες που βαρεθηκες ν`ακους… Όλα.
Εχεις μαθει να τα κρυβεις καλά.

«γεια τι κανεις»
«καλά εσύ»
«καλά»
Ναι. Ολοι εχουμε μαθει να τα κρυβουμε.
Ενας τυπος, προχτες στη δουλεια… Κουλτουριαρης, ψαγμενος, τον ειχαν πιασει τα υπαρξιακα του…
«Αφου δεν ειμαστε καλά, γιατι δεν το λεμε;» μου λεει.
«Γιατι δεν μας ενδιαφερει το τι κανουν οι αλλοι» του ειπα. «Με ρωτας τι κανω από ευγενεια, όχι από ενδιαφερον. Το ιδιο κι εγώ. Και γι`αυτό ολοι απανταμε καλά, γιατι ξερουμε ότι αυτοι που μας ρωτανε, ρωτανε ετσι, μηχανικα σχεδον. Οι περισσοτεροι δεν περιμενουν καν να απαντησεις, περνανε στο επομενο θεμα.»
«Κι αν δοκιμασουμε να πουμε την αληθεια; Μηπως γινουμε καλυτερα;»
«Δεν εχει νοημα. Να σου πω ότι ειμαι σκατα γιατι; Τι θα κανεις; αφου κι εσύ σκατα εισαι, χεστηκες για μενα. Ο καθενας τα προβληματα του τα λυνει με τους δικους του ανθρωπους, όχι με τον κάθε ασχετο. Και να σου πω και κατι άλλο; Αν κατσεις και μου τα πεις όλα, θα σ`ακουσω. Αλλα επειδη παλι από ευγενεια θα σ`ακουσω, την επομενη φορα που θα σε δω, θα σε αποφυγω.»
Τον προβληματισα παραπανω νομιζω. Μετα, μου ειπανε ότι του μιλησα αποτομα.
«Την αληθεια ηθελε» απαντησα.
Κλεινω την παρενθεση.

Εχουμε μαθει να κρυβομαστε. Συνηθεια. Υποκρισια. Ρουτινα. Μαυρες τρυπες. Το κανουμε τοσο καλά που τον περισσοτερο καιρο πειθουμε και τον εαυτο μας ακομη, τι γίνεται τι στιγμη που δεν τα καταφερνεις όμως; Τη στιγμη που ξυπνας, συνειδητοποιεις, και πριν καν σηκωθεις απ`το κρεββατι εχεις βαλει τα κλαματα; Δεν θες να σηκωθεις. Δεν αντεχεις να σηκωθεις. Και τι νοημα εχει να σηκωθεις; Τι θ`αλλαξει σημερα; Οι αισιοδοξοι σου λενε ότι ποτε δεν ξερεις… Πώς να εμπιστευτεις ανθρωπους που δηλωνουν τοσο ευθαρσως την αγνοια τους; Ειστε αδαεις. Μπορει να μην ειμαι αισιοδοξη αλλα τουλαχιστον ξερω. Ξερω ότι δεν θ`αλλαξει τιποτα. Ξερω όμως ότι κι η δυναμη που με κανει να σηκωνομαι τελικα πηγαζει από μεσα μου, από μενα την ιδια, ξεπερναει τις μαυρες τρυπες, και δεν βασιζεται σε καμια φρουδα ελπιδα ότι ισως, καποιος, κατι, καπου, καποτε...
Πουτσες μπλε!
Παλιοτερα φωναζα, εκνευριζομουν, αντιδρουσα… Τωρα τιποτα. Απλα δε μιλαω. Βαρεθηκα να μιλαω. Ποιο το νοημα όταν κανεις δεν θελει ν`ακουσει; Όταν κανεις δεν μπορει ν`ακουσει; Βγαλ`το σκασμο λοιπον. Ψοφα ισως… ισως μονο τοτε καταλαβουν τι`ναι αυτό που προσπαθω να πω, αλλα όχι, δεν γίνεται, δεν ψοφαει ο κοσμος στα 25… Ο κοσμος στα 25 εχει αμετρητες μερες και ωρες μπροστα του. Ωρες που απλα περιμενεις να τελειωσουν. Και μην τολμησει κανεις να μου πει ότι τωρα εγώ ολο αυτό πρεπει να το εκτιμω κι από πανω! Το θειο δωρο της ζωης! Τη βαρεθηκα τη ζωη, τη σιχαθηκα, με αηδιαζει, θελω να την ξερασω, να τη χεσω πατοκορφα, να τη διαολοστειλω, να… Αν η ζωη ηταν γκομενα, εγώ θα ημουν ο αυτος που θα της φωναζε:
«ΜΟΥ`ΧΕΙΣ ΦΑΕΙ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ ΜΩΡΗ ΚΑΡΙΟΛΑ!!!»
Θελω να ουρλιαζω και να κλαιω. Και τα δυο μαζί ταυτοχρονα. Αλλα δεν κανω τιποτα από τα δυο. Βαζω αυτή τη γαμημενη μασκα που φοραμε ολοι, χαμογελαω, φτιαχνω νυχι, μαλλι, μακιγιαζ, ψωνιζω αχρηστα πραγματα για να νιωσω λιγο καλά και να μπορεσω να πεισω ολους αυτους που θα με ρωτησουν από ευγενεια, ότι ειμαι καλά. Ναι, δεν θα μπορουσα να ειμαι καλυτερα, τελεια ειμαι!

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

ΕΝΑΣ ΜΑΛΑΚΑΣ...



Δυο φιλες. Συζητανε. Τα γκομενικα συνηθως, τι αλλο; Οσα προβληματα κι αν υπαρχουν, οποια εποχη κι αν διανυουμε, σε οτι ηλικια κι αν βρισκεσαι, το γκομενικο ειναι παντα ενα φλεγον θεμα! Κι ας λενε οι ωριμοι και οι "σοβαροι" οτι απο ενα σημειο και μετα σταματας να ασχολεισαι. Σταματας να ασχολεισαι μονο οταν το λυσεις. Οχι, ψεματα, ουτε καν οταν το λυσεις, οταν σταματησεις να ενδιαφερεσαι. Οταν βολευτεις. Οταν σταματησεις να εχεις ορεξη να εισαι καψουρης/καψουρα, σταματας οταν γερασεις.
Δεν ειμαστε σ`αυτη τη φαση. Και πανω στην απελπισια σου, τρεχεις και στις χαρτοριχτρες... Και σου λεει η χαρτου το κορυφαιο:
"Σου πεφτει κορωνα!" ...την κοιτας λες και μιλαει κινεζικα. ¨
"Δηλαδη;"
"Κορωνα ειναι ή στολη ή καλη δουλεια, με λεφτα... Και ειναι και σχεση ζωης η κορωνα!"
Μαλιστα. Φυσικα και αναπαραγεις τη συζητηση με την φιλη σου. Ειναι σοβαρο το θεμα.
Επιστρεφω.
Δυο φιλες. Συζητανε τα γκομενικα. Η μια, τρελη καψουρα μ`ενα τυπο ο οποιος εφραμοζει τη μεθοδο "σκωτσεζικο ντους"! Μια κρυο, μια ζεστη. Μια θελω, μια δεν θελω, μια ισως και να θελω, μια σε θελω αλλα δεν εισαι "αυτο" που θελω, μια δεν ξερω ακριβως τι θελω! Ο τυπος κελεπουρι. Πραγματικα. Μπορει να ειναι fucked up βεβαια, αλλα απο την αλλη και ποιος δεν ειναι; Ψυχολογικα... Κοιταμε το συνολο, το γενικο πακετο, και ναι, ειναι κελεπουρι. Η κολλημενη φιλη ειναι χιλια τα εκατο σιγουρη οτι ειναι η "κορωνα" που της επεσε στο χαρτι... Θα ονομαστει Γιωργος. Η αλλη φιλη, στην προσπαθεια της να κανει το σχετικο support στην προαναφερθεισα καψουρα, του σερνει τα εξ αμαξης μπας κι η φιλεναδα της συνελθει, ξεστραβωθει και φτιαξει τη ζωη της. Στο πακετο μπλεκεται ο πιτσιρικος που ειναι κολλημενος με την καψουρεμενη με τον Γιωργο. Εχει ατακες ο μικρος. Καλα το παει ο μικρος. Δεν ξερει τι θελει ο μικρος. Ειναι μικρος ο μικρος. Ουτε φανταρος δεν εχει παει αυτο!
"Μηπως φταιει που εισαι κολλημενη με τον Γιωργο;;" ...η φιλεναδα με το support.
Οχι.
"Ο μικρος ειναι μικρος! Δεν ειναι αυτο που θελω, καλο χρυσο παιδι, δεν μ`ενδιαφερει!" ...η κολλημενη με τον Γιωργο.
Και καπου εκει, ερχεται και σφηνωνει ολη η μαλακια που εχεις φαει καταμουτρα τοσα χρονια απο πρωην, απο παρ`ολιγο, απο αποθυμενους γκομενους, και απο καθε αντρα που εχεις συναναστραφει ποτε... Οπως παραδειγματος χαριν αυτος που θα ονομαστει Πετρος. Ειχε λυσσαξει ο Πετρακης. Και χωσιμο απο`δω και χωσιμο απο`κει. Και κανονιζεται η κατασταση και τιποτα ο Πετρακης. Ολο το βραδυ για το αιρκοντισιον ελεγε, ειναι ψυκτικος, ξερει εκεινος...
"Φοβερο μοντελο αυτο ε; και γαμω!"
Και λες γαμω τα αιρκοντισιον μου, κατι πιο ενδιαφερον δηλαδη δεν βλεπεις γυρω τριγυρω να ασχοληθεις;;; Κερναει και σουβλακι ο Πετρακης αμε, τζιτζι ολα! Και σου λεει, που θα παει, θα κατσει! Η αλλη ομως, οχι ειναι λιγο πιο εξυπνη και δεν καθεται! Και τα παιρνει ο Πετρακης, γιατι οπως και να το κανεις η χυλοπιτα ειναι προσβολη, κι οι Καλαματιανοι σαν και του λογου του, προσβολες δεν σηκωνουν! Α! Ισα μωρη! Κι εξαφανιζεται. Τοσο πολυ την ηθελε.
Η φιλεναδα που κανει το support τον Πετρακη πολυ τον συμπαθουσε και δεν το`χει χωνεψει ακομη οτι τελικα ηταν τοοοοσο μαλακας και του το φυλαει. Η αλλη, η καψουρεμενη με τον Γιωργο, επειδη κακα τα ψεματα, ο Πετρακης μια απεγνωσμενη προσπαθεια ηταν μπας και ξεκολλουσε, χεστηκε, το εχει ηδη κανει delete. Το θεμα τωρα ειναι το πιτσιρικι, που το παει;;; Αλλα δεν ειναι ξεκαθαρο το πιτσιρικι, φταιει κι η ηλικια.
"Μου τη δινει οταν δεν ξερουν τι θελουν! Κι εκει που μπορει να ειχαν μια ευκαιρια, τωρα τη χανουν κι αυτην!" ...η κολλημενη με τον Γιωργο.
"Ουτε ο αλλος ο μαλακας ξερει!" ...η φιλεναδα του support.
Κι εκει, αρχιζει ο ολεθρος. Αυτο που στελνει την καθε σοβαρη και σημαντικη γκομενικη συζητηση στο διαολο, και ποτε, καμια φιλη τελικα δεν βοηθαει την αλλη, οσο καλες προθεσεις κι αν υπαρχουν! Η λεξη μαλακας χωραει τοσα αντρικα ονοματα του ιστορικου σου, που χανεσαι!
"Μην τον λες μαλακα!" ...η κολλημενη με τον Γιωργο που το μαλακας το συνεδεσε αυτοματα μ`αυτον επειδη η φιλεναδα του support μαλακα τον ανεβαζει, μαλακα τον κατεβαζει, η κολλημενη στενοχωριεται και σπευδει να τον υπερασπιστει!
"Ειναι!"
"Δεν ειναι!"
"Δεν το πιστευω οτι παιρνεις το μερος του!" ...η φιλεναδα του support.
"Μα τι φταιει τωρα ο Γιωργος;;;"
"Δεν ειπα για τον Γιωργο οτι ειναι μαλακας!"
"Για ποιον ειπες οτι ειναι μαλακας;"
"Για τον Πετρο!"
"Μα σου εχω πει, μονο εσυ τον θυμασαι αυτον! Και καλα, τον Γιωργο παντα τον βριζεις, τωρα ξαφνικα δεν ειναι μαλακας; Τι εγινε;"
"Οχι ειναι μαλακας κι ο Γιωργος, αλλα δεν ειναι κανονικος μαλακας!"
"Τι μαλακας ειναι ο Γιωργος;"
"Ο Γιωργος ειναι εμποροπλοιαρχος!"
Η φιλεναδα εννοουσε το "κορωνατος". Οτι ειναι κατι πιο σημαντικο δηλαδη, σοβαρο αντικειμενικα, ασχετα το τι του σερνει... εκει η συζητηση τελειωνει ομως, οχι γιατι εβγαλε νοημα και καπου κατεληξε, αλλα γιατι οι δυο φιλες, εχουν πεσει κατω απο τα γελια! Γι`αυτο τα γκομενικα δεν λυνονται ποτε. Οι μαμαδες δεν καταλαβαινουν, και οι φιλες, καταληγουν σε τετοια συμπερασματα!